Του Γιώργου Δαλιάνη
Ένα από τα θέματα τα οποία είχε απασχολήσει έντονα τις ελληνικές κυβερνήσεις στα χρόνια της κρίσης ήταν η αναμόρφωση του χάρτη των αγροτικών συνεταιρισμών οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις είχε αποδειχτεί πως λειτουργούσαν και επιχορηγούνταν χωρίς να έχουν να επιδείξουν ουσιαστικό έργο. Ο ν.4384/2016 εισάγει ένα νέο πλαίσιο κανόνων λειτουργίας των αγροτικών συνεταιρισμών τόσο σε Διοικητικό επίπεδο όσο και στην καταστατική λειτουργία καθενός συνεταιρισμού. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ως παράδειγμα ότι εισάγεται, μεταξύ άλλων, μια νέα μορφή συνεργασίας αγροτικών συνεταιρισμών, αυτή της Αγροτικής Εταιρικής Σύμπραξης η οποία λειτουργικά ταυτίζεται με τις ανώνυμες εταιρείες. Με την ερμηνευτική εγκύκλιο 1237/76214 της 4ης Ιουλίου 2016 του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και προκειμένου να υποχρεώσουν τους συνεταιρισμούς να συμμορφωθούν, προβλέπεται  ότι όλοι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί οφείλουν αντίστοιχα να τροποποιήσουν το καταστατικό τους μέχρι την 26η Απριλίου 2017, διαφορετικά θα γίνει διαγραφή  τους από το σχετικό  μητρώο μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης. Φυσικά το ενδεχόμενο αρκετοί συνεταιρισμοί οι οποίοι είναι εν τοις πράγμασι ανενεργοί να βρεθούν να μην έχουν συμμορφωθεί και να οδηγηθούν έτσι στη λύση και εκκαθάρισή τους είναι παραπάνω από ορατό.  Τίθεται λοιπόν εδώ το ερώτημα ποιοι θα οριστούν εκκαθαριστές για τους συνεταιρισμούς αυτούς και πότε θα περατωθεί το έργο τους;  Πιθανόν ποτέ. Μέχρι και σήμερα η προθεσμία της 26ης Απριλίου 2017 είναι ακόμη σε ισχύ, κάτι για το οποίο όμως επιφυλασσόμαστε δεδομένου ότι στην Ελλάδα ισχύει ο άγραφος κανόνας της παράτασης κάθε αρχικής προθεσμίας που έχει τεθεί .
Η συντριπτική πλειονότητα των αγροτικών συνεταιρισμών είναι συνεταιρισμοί «στα χαρτιά» και μόνο, είναι δηλαδή επί της ουσίας συνεταιρισμοί σφραγίδες και πολλοί εξ αυτών βαρύνονται με υπέρογκες οφειλές σε τράπεζες, τρίτους αλλά και το Ελληνικό δημόσιο. Όπως είναι φυσικό οι συνεταιρισμοί αυτοί είναι εγκαταλελειμμένοι διότι κανείς υγιώς σκεπτόμενος  δεν επιθυμεί να αναλάβει τη διοίκηση με σκοπό την εξυγίανση και την συνέχιση των εργασιών, ή την εκκαθάριση διότι εκ του νόμου, με την ανάληψη της διαχείρισης και σε περίπτωση που είτε επιθυμεί την λύση του συνεταιρισμού είτε η προσπάθεια εξυγίανσης αποτύχει, καθίσταται συνυπόχρεος για τις οφειλές του συνεταιρισμού τουλάχιστον απέναντι στο Δημόσιο («αλληλέγγυα ευθύνη» άρθρο 50 ν.4174/2013).
Οι Ενώσεις των αγροτικών συνεταιρισμών, παρά τις προθέσεις της Διοίκησης για αναδιοργάνωσή τους, βρίσκονται σε τέλμα, βουτηγμένες στα χρέη, εν μέρει από ανικανότητα των διοικήσεών τους, εν μέρει από κακοδιαχείριση, αλλά κυρίως λόγω του πλημμελούς τρόπου λειτουργίας τους όλα αυτά τα χρόνια. Το  μοντέλο συνεργασίας μέσω των συνεταιρισμών κάθε βαθμίδας απέτυχε παταγωδώς και δυστυχώς ο νόμος 4384/2016 είναι στο μεγαλύτερο τμήμα του άτολμος και δεν θα δώσει ώθηση και προοπτικές πραγματικής ανασύνταξης της αγροτικής παραγωγής.                                                                                                                                                                   Οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (πρόκειται για Ανώνυμες Αγροτικές εταιρείες) και οι Διεπαγγελματικές Οργανώσεις (μη κερδοσκοπικές ομάδες αγροτικών παραγωγών) είναι τα οχήματα συνεταιρισμού και ίδρυσης μεγάλων μονάδων τα οποία παρέχονται ως εργαλεία από τον ανωτέρω νόμο. Λόγω όμως, του περιορισμένου μορφωτικού επιπέδου των αγροτών μας και της επί μακρόν δραστηριότητας της πλειονότητας αυτών σε ατομικό επιχειρηματικό επίπεδο, θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει από τη Πολιτεία προσπάθεια συνεχούς ενημέρωσης και επιμόρφωσης ώστε οι αγρότες να μπορέσουν να ασπαστούν το νέο καθεστώς. Δυστυχώς, την ενημέρωση σε νέες καλλιέργειες και το γενικότερο συμβουλευτικό κομμάτι προς τους αγρότες, το έχουν αναλάβει σήμερα οι επιχειρήσεις ιδιωτών που εμμέσως προσπαθούν να προωθήσουν τα προϊόντα τους. Για ακόμη μία φορά το Ελληνικό κράτος είναι απών. Στην σημερινή εποχή οι αγρότες πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως για να επιβιώσουν πρέπει να φύγουν από την πεπατημένη και να κατευθυνθούν προς την επιχειρηματικού τύπου γεωργία με σύγχρονες μεθόδους  καλλιέργειας. Το Υπουργείο Αγροτικής ανάπτυξης οφείλει με νομοθετικές παρεμβάσεις να δώσει κατευθύνσεις και επί της ουσίας  να στηρίξει τις ομάδες παραγωγών και τους νεοφυείς αγρότες (start-ups)  που αισθάνονται αβοήθητοι, χωρίς γνώσεις, και τη γραφειοκρατία να τσακίζει στη γένεσή της κάθε φιλόδοξη και πολλές φορές ελπιδοφόρα προσπάθεια. Μη ξεχνάμε πως η πρωτογενής παραγωγή ανέκαθεν αποτελεί βάση ανασύνταξης για τις περισσότερες οικονομίες σε κρίση.
Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι για να προσελκυθούν κεφάλαια και να γίνουν επενδύσεις στον αγροτικό τομέα, οφείλουμε να απαλλαγούμε από αγκυλώσεις, όπως αυτή της προστασίας των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών και των προνομίων που απολαμβάνουν σε σύγκριση με τους μη κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και τις αστικές εταιρείες. Ο λόγος που πρέπει να στραφούμε στις επενδύσεις στον αγροτικό τομέα είναι πως ένας επιχειρηματίας μπορεί να επενδύσει στον αγροτικό τομέα και να είναι αποδοτικός και κερδοφόρος λόγω μαζικής παραγωγής, ενώ ο μεμονωμένος αγρότης με μικρό κλήρο και σε πολλές περιπτώσεις μεγάλης ηλικίας δεν μπορεί πλέον να ανταπεξέλθει στο υψηλό κόστος παραγωγής.  Παράδειγμα η καλλιέργεια του καπνού: Ένας αγρότης χωρίς δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων και αξιοποίησης μεγάλων εκτάσεων δεν μπορεί να καλλιεργήσει σήμερα καπνό γιατί η απόδοσή του είναι 150 μέχρι 250€  ανά στρέμμα. Ένας μικρός καλλιεργητής με καλλιέργεια 20 στρεμμάτων δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τον επιχειρηματία αγρότη (π.χ. μεγαλοαγρότη) που θα καλλιεργήσει 200 στρέμματα, που ο ίδιος θα συσκευάσει και θα εξάγει το προϊόν. Το παράδειγμα είναι πραγματικό γεγονός και το έχω δανειστεί από την ιδιαιτέρα πατρίδα μου, όπου την καλλιέργεια του καπνού την ασκούν πλέον μόνο δύο άτομα, ενώ πριν 20 Χρόνια όλος ο ντόπιος αγροτικός πληθυσμός  ασχολείτο με την καλλιέργεια του καπνού.
Σήμερα, εφόσον ένας επιχειρηματίας αποφασίσει ότι θα δραστηριοποιηθεί μέσω μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας γιατί θέλει να συνεισφέρει κεφάλαια στον τομέα αυτό (που είναι η μόνη του επιλογή δεδομένου ότι δεν είναι κατ’επάγγελμα αγρότης) τότε αμέσως αρχίζουν οι διακρίσεις και τα προβλήματα. Χαρακτηριστικότερο όλων αποτελεί το πολλαπλάσιο κόστος ασφάλισης των αγρεργατών, σε σχέση με τον αγρότη φυσικό πρόσωπο. Σήμερα παρατηρείται το φαινόμενο αγροτική οικογένεια να εξαναγκάζεται να διατηρεί ατομικές επιχειρήσεις ώστε να απολαμβάνει τα προνόμια, του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη και να ιδρύει αστική κεφαλαιουχική εταιρεία (π.χ. ΙΚΕ, ΕΠΕ, ΑΕ ) για τη τυποποίηση και προώθηση των προϊόντων στις αγορές του εσωτερικού ή εξωτερικού. Με τον τρόπο αυτό αυξάνονται αφενός τα λειτουργικά κόστη,  αφετέρου, το κυριότερο, δεν ιδρύεται μια μεγάλη μονάδα η οποία θα μπορεί να εκμεταλλευτεί τις οικονομίες κλίμακας δημιουργώντας ανταγωνιστικότερο προϊόν και που θα  έχει κύρος και πρόσβαση στις Ελληνικές τράπεζες ή ακόμη καλύτερα στις αλλοδαπές τράπεζες. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα καθιστούσε την ελληνική αγροτική επιχείρηση πιο αξιόπιστη σε πελάτες του εξωτερικού και θα της επέτρεπε περισσότερο από ποτέ να προσεγγίσει ένα στέρεο εξαγωγικό μοντέλο. Ο λόγος που έκανα αναφορά στην πιστοληπτική αξιοπιστία μιας επιχείρησης συγκριτικά με έναν μεμονωμένο αγρότη είναι πως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας είναι η χρηματοδότηση. Η κατάργηση της Αγροτικής Τράπεζας πιστεύω ότι δημιούργησε μεγάλο κενό. Είναι αδήριτη ανάγκη να ιδρυθεί μια τράπεζα ειδικού σκοπού.  Το Υπουργείο Γεωργικής  Ανάπτυξης με γεωτεχνικούς και με επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων οφείλουν να σταθούν δίπλα στον καλλιεργητή γης, να προσπαθήσουν να επαναδραστηριοποιήσουν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, να προσπαθήσουν να μετατρέψουν τον μεμονωμένο αγρότη επαγγελματία σε επιχειρηματία.
Τελειώνοντας, προτείνουμε την  Ίδρυση  τράπεζας γης. Δεν αναφερόμαστε σε όργανο παροχής πιστώσεων αλλά σε κεντρικό όργανο το οποίο συντονιστικά θα μπορεί να αποτελεί το μέσο για την αξιοποίηση γαιών ανά την επικράτεια. Η ανάγκη ενός τέτοιου οργάνου αξιοποίησης της Ελληνικής υπαίθρου είναι δεδομένη. Στο  ν.4384/2016, προβλέπεται  η καταγραφή της δημόσιας αγροτικής γης με σκοπό την παραχώρηση δημοσίων γαιών σε αγρότες και συνεταιρισμούς έναντι συμβολικού τιμήματος. Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και η δυνατότητα μίσθωσης δημοτικής αγροτικής γης σε ακτήμονες, ανέργους και οικονομικά αδύναμους όπως και η εκποίηση δημοτικών ακινήτων σε αστέγους που προβλέπει το παράλληλο πρόγραμμα του ν.4368/2016. Πέραν όμως αυτών των πρωτοβουλιών, εμείς αναφερόμαστε κυρίως στον άγνωστο αριθμό των αναξιοποίητων και σε πολλές περιπτώσεις εγκαταλειμμένων ιδιωτικών εκτάσεων που ανήκουν ενδεχομένως σε αποδημήσαντες, ή σε ιδιοκτήτες γης που κατοικούν σε  πόλεις που  δεν απασχολούνται και ούτε πρόκειται στο μέλλον να ασχοληθούν με την αγροτική καλλιέργεια. Η πλειονότητα  από αυτούς θα ήθελαν να μισθώσουν έναντι ασήμαντου τιμήματος σε ενδιαφερόμενους τη γη που κατέχουν ώστε να μην επιβαρύνονται με ΕΝΦΙΑ, και το κυριότερο μην μείνει χέρσα και απαξιωθεί.
Για να είναι λειτουργική μια τέτοια τράπεζα γης, ανεξάρτητα από το φορέα διαχείρισης που θα  ιδρυθεί, πρέπει να κατασκευαστεί μια σύγχρονη ηλεκτρονική πλατφόρμα στην οποία θα καταχωρούνται με λεπτομέρεια οι εκτάσεις που υπάρχουν αλλά και οι πιθανές αγροτικές υποδομές που υπάρχουν πάνω σε αυτές. Η δημιουργία αυτού του φορέα και η αξιοποίησή του σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έχει περιουσιακά ή άλλα ταξικά κριτήρια. Χρήση της τράπεζας και αξιοποίηση των γαιών θα πρέπει να μπορεί να κάνει τόσο μια ομάδα μικρότερων αγροτών όσο και μεγαλοαγρότες ( που σήμερα είναι δακτυλοδεικτούμενοι) ή επιχειρηματίες που θα ήθελαν να επενδύσουν στον αγροτικό τομέα. Είναι καιρός να προσεγγίσουμε τον αγροτικό τομέα ρεαλιστικά με επιχειρηματική λογική και αναπτυξιακή προοπτική.
image_print