Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

Η σχέση και η επιρροή της ποινικής δίκης στη διοικητική


Η σχέση και η επιρροή της ποινικής δίκης στη διοικητική
     
08:02 | 18 Ιουλ 2017 Ειδήσεις

Η σχέση και η επιρροή της ποινικής δίκης στη διοικητική

Του Παναγιώτη Ε. Χίνη, δικηγόρου παρά Πρωτοδίκαις Αθηνών, μέλος του συνεργαζόμενου με την ARTION A.E Δικηγορικού Γραφείου Γ. Σπ. Ευσταθόπουλου & Συνεργατών.
Στη σύγχρονη νομική πρακτική είναι πολλές οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιμέρους δικαιοδοσίες (πολιτική, ποινική και διοικητική) αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, καλούμενες να διατυπώσουν κρίση, έστω και παρεμπιπτόντως, επί της ίδιας υποθέσεως ή σκέλους αυτής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση της διοικητικής με την ποινική δίκη, και ειδικότερα η επιρροή της δεύτερης στην πρώτη. Πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει έντονα τη θεωρία και τη νομολογία και το οποίο αποκτά πρακτική σημασία σε περιπτώσεις φορολογικών ή τελωνειακών παραβάσεων, οι οποίες επισύρουν τόσο ποινικές, όσο και διοικητικές κυρώσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να εκκινούν δύο παράλληλες δικονομικές διαδικασίες, η ποινική και η διοικητική αντίστοιχα, που σκοπό έχουν να διασαφηνίσουν τα πραγματικά περιστατικά της πράξης και εντέλει να αποφανθούν σχετικά με την ευθύνη ή μη του φερόμενου ως παραβάτη. Με δεδομένο ότι, συνήθως, η οριστική κρίση του ποινικού δικαστηρίου προηγείται της κρίσης του αντίστοιχου διοικητικού, δημιουργούνται τα εξής ερωτήματα:
1) Επιτρέπεται ο κατηγορούμενος που έχει καταδικασθεί αμετάκλητα από ποινικό δικαστήριο να αντιμετωπίσει διοικητικές συνέπειες για την ίδια πράξη;
2) Ποια είναι η δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από την ήδη συναχθείσα κρίση του ποινικού δικαστηρίου;
Για την καλύτερη κατανόηση του ζητήματος θα πρέπει, καταρχήν, να γίνει αναφορά σε δύο βασικές διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου. Πρόκειται για κανόνες δικαίου υπερεθνικής ισχύος, που υπερτερούν των κανόνων του εσωτερικού δικαίου (σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος) και τους οποίους έχει υποχρέωση να εφαρμόζει ο εθνικός δικαστής κατά το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του. Συγκεκριμένα:
-Το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Σύμβαση της Ρώμης) καθιερώνει το τεκμήριο αθωότητας για κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για κάποιο αδίκημα. Με βάση το τεκμήριο αθωότητας, κανείς κατηγορούμενος για οποιοδήποτε αδίκημα δε μπορεί να χαρακτηριστεί ένοχος εάν δεν αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του.
- Το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η αρχή «ne bis in idem», σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να διώκεται ή να δικάζεται κανείς δύο φορές για τις ίδιες πράξεις, πραγματικά περιστατικά ή συμπεριφορά.
Ερμηνεύοντας τις ανωτέρω διατάξεις, η νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας δεν έχει κατορθώσει να δώσει μια σαφή απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν ανωτέρω. Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε εσχάτως τόσο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, όσο και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τα δύο Δικαστήρια να διατυπώνουν διαφορετικές κρίσεις.
Αρχικώς, το Ελεγκτικό Συνέδριο με την υπ’ αριθ. 124/2017 απόφαση της Ελάσσονος Ολομέλειάς του έκρινε ότι για την ενεργοποίηση της θεμελιώδους δικονομικής εγγύησης, που απορρέει από το τεκμήριο αθωότητας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., και τον έλεγχο πιθανής παραβίασής της απαιτείται οι παρεπόμενες της ποινικής δίκης δικαστικές, ή ακόμα και διοικητικές διαδικασίες, που δεν είναι ποινικές, να παρουσιάζουν συνάφεια με την προηγηθείσα ποινική δίκη, υπό την έννοια της ταυτόσημης αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων για τα οποία, αυτός που την επικαλείται, διώκεται. Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστωθεί η εν λόγω συνάφεια, το διοικητικό δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο οφείλει να απόσχει από τη διατύπωση κρίσης ή και αιτιολογίας, η οποία θα έθετε εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας. Εξάλλου, η διαδικαστική αυτή εγγύηση δεν παραβιάζεται όταν η μεταγενέστερη της αθωωτικής απόφασης διαφορετική δικαστική κρίση στηρίζεται σε διαφορετική νομική βάση και αφορά σε άλλη μορφή ή άλλο χαρακτήρα ευθύνης του αθωωθέντος, με συνέπεια να παρουσιάζει αυτοτέλεια σε σχέση με την ποινική διαδικασία.
Ακολούθως, το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετώπισε το ζήτημα κατά την εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως επί αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου, το οποίο κλήθηκε να αποφανθεί επί πολλαπλού τέλους που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, λόγω συμμετοχής του σε τελωνειακή παράβαση λαθρεμπορίας.
Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθ. 167/2017 απόφασή του, το Β’ Τμήμα του ΣτΕέκρινε ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως «τελική» δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία της διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, η οποία κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία, η αυτοτέλεια δε των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο όταν κρίνει για τη διοικητική παράβαση δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται, κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, να την συνεκτιμήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως η κρίση του δεσμεύεται από ενδεχόμενη προγενέστερη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αποκλειστικά και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία διώχθηκε ποινικά το προτεινόμενο προς καταλογισμό πρόσωπο, αλλά αθωώθηκε, έστω και λόγω αμφιβολιών, ταυτίζονται πλήρως με αυτά στα οποία στηρίζεται ο καταλογισμός του, σε αντίθεση με το ΣτΕ, το οποίο έκρινε ότι η διοικητική διαδικασία είναι αυτοτελής σε σχέση με την ποινική και, επομένως, το διοικητικό δικαστήριο δε δεσμεύεται από προγενέστερη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά οφείλει να την συνεκτιμήσει κατά το σχηματισμό δικανικής κρίσης του. Σημειωτέον ότι, κατά το σχηματισμό των ανωτέρω κρίσεών τους, τα ως άνω ανώτατα διοικητικά δικαστήρια κλήθηκαν να ερμηνεύσουν τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία μέχρι και το τέλος του 2016 είχε την εξής μορφή: «Τα (διοικητικά) δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη.»
Η ανωτέρω διάταξη τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 17 του νόμου 4446/2016 και πλέον έχει ως εξής: «Τα (διοικητικά) δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης».
Όπως συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 17 Ν. 4446/2016, ο νομοθέτης θέλησε να επεκτείνει τη δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων και από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων (εκτός από τις καταδικαστικές που ήδη περιλαμβάνονταν στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.), καθώς και από τα αποφαινόμενα να μην γίνει κατηγορία βουλεύματα που έχουν καταστεί αμετάκλητα, συμμορφούμενος με σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η επέκταση της δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από τις αμετάκλητες αποφάσεις και βουλεύματα των ποινικών δικαστηρίων έχει μεγάλη πρακτική σπουδαιότητα καθ’ ο μέρος αφορά στο ζήτημα της τυχόν συνευθύνης των φερόμενων ως νομίμων εκπροσώπων («αχυρανθρώπων»), δηλαδή των φυσικών προσώπων τα οποία τυπικά και μόνο εμφανίζονταν ως νόμιμοι εκπρόσωποι εταιρειών (διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι) και ουδέποτε άσκησαν πραγματική και ουσιαστική διοίκηση αυτών, το γεγονός δε τούτο έχει ήδη κριθεί οριστικά δυνάμει αμετάκλητων αθωωτικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων και απομένει να διαπιστωθεί αν τα διοικητικά δικαστήρια που καλούνται να κρίνουν επί πράξεων εκτελέσεως εις βάρος των ανωτέρω φυσικών προσώπων για φορολογικές οφειλές των νομικών προσώπων, κατόπιν παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, θα ακολουθήσουν τις ως άνω αθωωτικές αποφάσεις ή θα απόσχουν από αυτές.
Πλέον, ενόψει και της τροποποίησης της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., είμαστε εν αναμονή περαιτέρω νομολογιακής θεώρησης του ζητήματος, που θα βοηθήσει να αποκρυσταλλωθεί η ερμηνεία της τροποποιηθείσας διατάξεως και να εκφραστεί ενιαία κρίση επί του θέματος.
Ο Παναγιώτης Ε. Χίνης, είναι δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις Αθηνών, μέλος του συνεργαζόμενου με την ARTION A.E. Δικηγορικού Γραφείου Γεωργίου Σπ. Ευσταθόπουλου & Συνεργατών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: