Σελίδες

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

ΔΙΠΛΟ «ΣΗΜΑ» ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΚΠΕΜΠΕΙ ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΝΕ - ΓΣΕΕ «Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία

ΔΙΠΛΟ «ΣΗΜΑ» ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΕΚΠΕΜΠΕΙ ΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΙΝΕ - ΓΣΕΕ

«Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία

«Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία
ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΑΤΟΥ
Ακόμη μεγαλύτερη «φτωχοποίηση» θα φέρει η μείωση του αφορολόγητου ορίου, ενώ οι νέες δεσμεύσεις της κυβέρνησης για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με τη φοροδοτική «κόπωση» των νοικοκυριών, θα περιορίσουν κι άλλο τις πληρωμές και, κατά συνέπεια, θα επηρεάσουν αρνητικά τη φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος σε μια περίοδο που τα «έτοιμα» (παλαιές καταθέσεις)... τελειώνουν.
Το διπλό «σήμα» κινδύνου για την πορεία της οικονομίας και της κοινωνίας, «αν συνεχιστεί η ίδια πολιτική από το 2017 και μετά, εκπέμπει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, παρουσιάζοντας στην ετήσια Εκθεση που δημοσιοποίησε χθες, στοιχεία τα οποία καταγράφουν, στα χρόνια των Μνημονίων, μεγάλη αύξηση των χαμηλόμισθων (κυρίως λόγω της επικράτησης των «ευέλικτων» μορφών εργασίας), διεύρυνση κατά 38,3% της φτώχειας και των ανισοτήτων (με μεγάλη μείωση στο «κατώφλι» της φτώχειας από τα 7.170 ευρώ το 2010 στα 4.500 ευρώ το 2016) και τη διατήρηση «εκτός» της αγοράς εργασίας ενός μεγάλου ποσοστού εργαζομένων (29,6% αν προστεθούν στους άνεργους, οι «αποθαρρημένοι» - μη αναζητούντες εργασία και οι μη οικειοθελώς εργαζόμενοι με μερική απασχόληση).
«Η ένταση της δημοσιονομικής λιτότητας τα αμέσως επόμενα χρόνια, κατά τα οποία η οικονομία καλείται να πετύχει πολύ υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, θα επηρεάσει αρνητικά τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών, τη δυνατότητα κάλυψης των δανειακών τους υποχρεώσεων και την κατανάλωση. Και αυτό θα έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την επιδείνωση του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού τομέα, αν δεν ενεργοποιηθούν αντισταθμιστικές δυνάμεις, και της επεκτατικής προοπτικής του πραγματικού τομέα της οικονομίας», προειδοποιεί το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, διαπιστώνοντας ότι «η οικονομία έχει εγκλωβιστεί σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη παγίδα ελλειμμάτων».
«Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία
Για τη ΓΣΕΕ η βιώσιμη έξοδος της οικονομίας από τη λιτότητα, την ύφεση και την κρίση χρέους και η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος προϋποθέτουν «την υλοποίηση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου το οποίο θα έχει ως βάση την απασχόληση, τη δικαιότερη διανομή του εισοδήματος και την επίτευξη βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων».

Σύμφωνα με τα ευρήματα της Εκθεσης που συντάχθηκε από ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον επιστημονικό διευθυντή του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ Γιώργο Αργείτη:
«Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία
• Μολονότι το διαθέσιμο εισόδημα έχει μειωθεί σε 29,7 δισ. ευρώ (γ΄ τρίμηνο του 2016) από 43,7 δισ. ευρώ (γ’ τρίμηνο του 2008) και σε ετήσια βάση από το 2008 • 2016 κατά 53,25 δισ. ευρώ, η κατανάλωση, στο ίδιο διάστημα, έχει πέσει στα 31,9 δισ. ευρώ από 41,3 δισ. ευρώ και συνολικά κατά 39,3 δισ. ευρώ. Δηλαδή η κατανάλωση υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα κατά 2 δισ. ευρώ - κυρίως λόγω χρήσης καταθέσεων. «Η περαιτέρω συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος που θα προκληθεί από την αύξηση των φόρων, πολύ περισσότερο σε περίπτωση μείωσης του αφορολόγητου ορίου, θα μειώσει εκ νέου τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών δυσχεραίνοντας και τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας»...«η συνέχιση της χρηματοδότησης της κατανάλωσης με μείωση των καταθέσεων ίσως δεν είναι διατηρήσιμη, ιδιαίτερα στην περίπτωση όξυνσης της οικονομικής και της πολιτικής αβεβαιότητας και περαιτέρω αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης και της οικονομικής ανισότητας», υπογραμμίζεται με την επισήμανση ότι «οι όποιες προσδοκίες για θετική μεταβολή της κατανάλωσης και για επεκτατική συμβολή της στο ΑΕΠ θα πρέπει να στηρίζονται σε ισχυρές ενδείξεις αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος ως αποτέλεσμα της αύξησης των εισοδημάτων ή της μείωσης των φόρων ή της αύξησης της απασχόλησης και της μείωσης των επισφαλών μορφών εργασίας σε όφελος της πλήρους απασχόλησης είτε με την εφαρμογή ενός μείγματος όλων των παραπάνω».
• Έχει αυξηθεί το ποσοστό των χαμηλόμισθων εργαζομένων, με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 700 ευρώ, σε 38,8% το 2016 (από 13,1% το 2009) και έχει μειωθεί κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό για αποδοχές μεταξύ 700-899 ευρώ (23,6% το 2016, από 27,3% το 2009). Παράλληλα, έχει μειωθεί, κατά το ήμισυ περίπου, το ποσοστό των εργαζομένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές μεταξύ 900-1.300 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 17,6% το 2016 (από 35,7% το 2009). Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα έχουν «γκρεμιστεί» και, όπως προκύπτει από την επεξεργασία των στοιχείων της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (β΄ τρίμηνο του 2016) «καθαρές» αποδοχές κάτω των 800 ευρώ λαμβάνει ποσοστό 51,6% (15,2% μέχρι 499 ευρώ, 23,6% μεταξύ 500-699 ευρώ και 12,8% μεταξύ 700-800 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 17,3% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 17,8% (11,1% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 6,7% άνω των 1.300 ευρώ). Αντίστοιχα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα κάτω των 800 ευρώ λαμβάνει ποσοστό 11% (3,1% έως 499 ευρώ, 3,5% μεταξύ 500-699 ευρώ και 4,4% μεταξύ 700-799 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 23,6% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 54,4% (38,5% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 15,7% άνω των 1.300 ευρώ).
«Βαθαίνει» η «φτωχοποίηση» της κοινωνίας, στο 29,6% η πραγματική ανεργία
«Ευελιξία» 
• Οι «ευέλικτες» μορφές εργασίας (μερική και «εκ περιτροπής» απασχόληση) έχουν ξεπεράσει τη σταθερή εργασία, αφού οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει από 79% το 2009 σε 45,3% το 2016 και οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας που το 2009 αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%. Ταυτόχρονα έχει συρρικνωθεί η νομική «κάλυψη» αφού κυριαρχούν οι ατομικές και οι επιχειρησιακές συμβάσεις (το 2016 υπογράφτηκαν μόνο 10 κλαδικές/ ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις ενώ ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ έφτασε τις 318, αντιπροσωπεύοντας το 95,21% του συνόλου των ΣΣΕ). Ενδεικτικό του κλίματος που έχει δημιουργηθεί είναι ότι το 68,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι «δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση». Την ισχυρή τάση ενίσχυσης της εργασιακής ευελιξίας δείχνουν, ακόμη, η ποσοστιαία αύξηση κατά 790,69% των αναγκαστικών μετατροπών των ατομικών συμβάσεων εργασίας σε «εκ περιτροπής» εργασία μονομερώς από τον εργοδότη, η αύξηση κατά 166,8% και κατά 218,64% στις μετατροπές των ατομικών συμβάσεων από πλήρους απασχόλησης σε μερικής και σε «εθελοντικής» εκ περιτροπής εργασία, αντίστοιχα.
Απασχόληση
• Το ποσοστό απασχόλησης του εργατικού δυναμικού έχει πέσει στο 53% το γ΄ τρίμηνο του 2016 από 60,8% που ήταν το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008. Το πολύ χαμηλό ποσοστό απασχόλησης αναδεικνύει αφενός τις δραματικές συνέπειες της κρίσης και της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής στο σύστημα παραγωγής και αφετέρου την εμπλοκή σε βασικά υποσυστήματα της οικονομίας, όπως το ασφαλιστικό σύστημα. Οπως σημειώνεται στην Εκθεση, «η διαχρονική πολιτική απραξία έχει εγκλωβίσει την οικονομία σε μια αλληλοτροφοδοτούμενη παγίδα δημοσιονομικών και ασφαλιστικών ελλειμμάτων η οποία επηρεάζει αρνητικά την οικονομική μεγέθυνση, την κατανομή των πόρων στην οικονομία, την εξέλιξη του δημόσιου χρέους. Το αδιέξοδο μεγαλώνει με την κατάρρευση του λόγου εργαζομένων/συνταξιούχων». Η παραπάνω σχέση επιδεινώθηκε δραματικά μέσα στην κρίση από τη σημαντική μείωση της απασχόλησης, την αύξηση της μερικής και της προσωρινής απασχόλησης, της εισφοροδιαφυγής, της αδήλωτης εργασίας, της αδυναμίας και της απροθυμίας πληρωμής εισφορών, της μείωσης των μισθών, του κλεισίματος χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
• Η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70% και το «πραγματικό» ποσοστό ανεργίας φτάνει το 29,6%. Με βάση τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το επίσημο ποσοστό ανεργίας, το γ΄ τρίμηνο του 2016 ήταν 22,6%έναντι 24% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015. Το σύνολο των απασχολουμένων ανήλθε σε 3.736,7 χιλιάδες άτομα (εκ των οποίων 2.473,7 χιλιάδες μισθωτοί), ενώ οι άνεργοι ανήλθαν σε 1.092,6 χιλιάδες άτομα και ο οικο­νομικά μη ενεργός πληθυσμός σε 4.379 χιλιάδες άτομα. Το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες (27,2%) σε σχέση με τους άνδρες (18,9%) και στις νεώτερες ηλικίες σε σχέση με τις γηραιότερες. Ειδικότερα, η ανεργία στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%, στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών στο 33,2%, στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών στο 21,5%, στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών στο 18,5% και τέλος στην ηλικιακή ομάδα 65-74 στο 13%.
• O συνδυασμός υψηλής ανεργίας, και ειδικά της υψηλότατης μακροχρόνιας ανεργίας, με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις για την «κάλυψη» των ανέργων οδηγεί σε εντεινόμενη εργασιακή ανασφάλεια, χαμηλή εισοδηματική ποιότητα και αύξηση της έντασης εργασίας. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ οι Ελληνες εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο ανεργίας και τη χαμηλότερη εξασφάλιση από την ανεργία οδηγώντας την Ελλάδα στην πρώτη θέση μεταξύ όλων των κρατών σε ό,τι αφορά την εργασιακή ανασφάλεια. «Τα δεδομένα αυτά καθιστούν την περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, όπως αποτυπώνεται από τους δείκτες νομικής προστασίας της απασχόλησης, απολύτως αναποτελεσματική, καθώς θα οδηγούσε σε παραπέρα κατακερματισμό και συνεπακόλουθη αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων των εργαζομένων, γεγονός που θα είχε αρνητική επίπτωση και στην εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας», υπογραμμίζει το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ.
Φτώχεια
• Ο δείκτης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε από 27,7% το 2010 σε 35,7% το 2015. Το μεγαλύτερο ποσοστό εντοπίζεται στους ανέργους και, μάλιστα, αυξήθηκε την περίοδο 2010-2015 κατά 14,3%. Το ποσοστό φτώχειας στους μισθωτούς εργαζομένους αυξήθηκε μετά το 2011, και το 2015 βρίσκεται κοντά στο 18% ενώ εξαίρεση αποτελούν μόνο οι συνταξιούχοι, οι οποίοι παρουσιάζουν μείωση της τάξης των 2,2 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ 2010-2015. Όσον αφορά την εξέλιξη της οικονομικής ανισότητας προκύπτει αύξηση κατά την περίοδο 2010-2015 της τάξης του 38,3%. Όξυνση της ανισότητας παρατηρείται σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες του πληθυσμού, με εξαίρεση τους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους. Ιδιαίτερα ανησυχητική ωστόσο κρίνεται η εκρηκτική αύξηση της ανισότητας μεταξύ των ανέργων, η οποία αποδίδεται στη μείωση του αριθμού των δικαιούχων επιδόματος ανεργίας σε συνδυασμό με την εκτόξευση της μακροχρόνιας ανεργίας. Η ανισότητα στη χώρα μας θα ήταν οξύτερη χωρίς τις κοινωνικές μεταβιβάσεις και ειδικά τις συντάξεις.
• Στο σύνολο του πληθυσμού το ποσοστό που βρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής υλικής αποστέρησης αυξάνεται από 11,4% το 2010 σε 21,3% το 2015. Αυτό σημαίνει πως τουλάχιστον ένας στους πέντε Έλληνες εμφανίζει σοβαρά προβλήματα διαβίωσης. Αύξηση από 8,6% σε 15,9% εμφανίζει το ποσοστό των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διαβίωσης. Όσον αφορά τις επιμέρους ομάδες του πληθυσμού, η μεγαλύτερη αύξηση εντοπίζεται στους ανέργους από 28,3% σε 43,4% και ακολουθεί ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός από 13,7% σε 26,3%, οι μισθωτοί εργαζόμενοι από 7,3% σε 14,8%, οι αυτοαπασχολούμενοι από 11,3% σε 18% και τελευταίοι οι συνταξιούχοι από 11% σε 13,1%.
ΟΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΙ ΜΙΣΘΟΙ

Στην Ελλάδα ο κατώτατος μεικτός μηνιαίος μισθός σε ευρώ το 2016 παραμένει στα 684 ευρώ σε 12μηνη βάση (από 863 ευρώ το 2010 και 877 ευρώ με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας πριν από το δεύτερο Μνημόνιο) και είναι μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο μισθό πολλών νέων κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά χαμηλότερος του αντίστοιχου μισθού στη Σλοβενία (791 ευρώ), στην Ισπανία (764 ευρώ) και στη Μάλτα (728 ευρώ) ενώ έχει μειωθεί σημαντικά η απόσταση από τον κατώτατο μισθό της Πορτογαλίας (618 ευρώ). Ωστόσο, αποκλίνει πλέον σημαντικά έναντι των κατώτατων μισθών στις πιο αναπτυγμένες χώρες-μέλη της Ε.Ε., στις οποίες υπάρχει θεσμοθετημένος εθνικός κατώτατος μισθός που υπερβαίνει τα 1.343 ευρώ.


Σοκ από την έκθεση του INE – ΓΣΕΕ: Στο 29,6% η πραγματική ανεργία

03:15 μμ, Δευτέρα 13 Μαρ 2017
Τον κώδωνα του κινδύνου για την πορεία της οικονομίας και της αγοράς εργασίας κρούει το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής ΣυνομοσπονδίαςΕργατών Ελλάδας, σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση του 2017.
Όσον αφορά τα εργασιακά, το Ινστιτούτο εκφράζει τον έντονο προβληματισμό του, καθώς σύμφωνα με τις δικές του εκτιμήσεις, το πραγματικό ποσοστό ανεργίας αγγίζει το 29,6%.
Σοκ από την έκθεση του INE – ΓΣΕΕ: Στο 29,6% η πραγματική ανεργία
Όπως εξηγεί, το 68,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση. Η μακροχρόνια ανεργία την ίδια ώρα, συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες (27,2%) σε σχέση με τους άνδρες (18,9%), αλλά και στις νεότερες ηλικίες σε σχέση με τις γηραιότερες.
Ειδικότερα, η ανεργία στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%, στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών στο 33,2%, στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών στο 21,5%, στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών στο 18,5% και τέλος στην ηλικιακή ομάδα 65-74 στο 13%.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης συνίσταται στο ότι «η συνέχιση της δημοσιονομικής λιτότητας δεν δημιουργεί συνθήκες διατηρήσιμης δημοσιονομικής προσαρμογής», ειδικά σε όρους επίτευξης βιώ­σιμων πρωτογενών πλεονασμάτων και ανάκτησης της φερεγγυότητας του δημό­σιου τομέα.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η οικονομία βρίσκεται σε μια κατάσταση εύθραυστης στασιμότητας και μη διατηρήσιμης δυναμικής, λόγω της υψηλής αβεβαιότητας, της αδύναμης κατανάλωσης, της δραματικής αποεπένδυσης, αλλά και των αρνητικών επιπτώσεων αυτής στη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.



ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΙΝΕ ΓΣΕΕ

Στοιχεία που σοκάρουν για την ανεργία, τους μισθούς πείνας και τη φτώχεια

Στοιχεία που σοκάρουν για την ανεργία, τους μισθούς πείνας και τη φτώχεια
Μεγάλη υποχώρηση στους μισθούς του ιδιωτικού τομέα και υψηλή ανεργία, οδηγούν σε φτωχοποίηση μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Χαρακτηριστικό της οικονομικής αδυναμίας στην οποία έχουν περιέλθει τα ελληνικά νοικοκυριά είναι η πολύ μεγάλη αύξηση εκείνων που αδυνατούν να καλύψουν έκτακτες δαπάνες, το ποσοστό των οποίων αυξάνεται από 28,2% το 2010 σε 53,4% το 2015. Η μεγάλη αυτή αύξηση απορρέει αφενός από τη σημαντική μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών και αφετέρου από την κατάρρευση των αποταμιεύσεών τους.
Αυξανόμενο είναι επίσης και το ποσοστό των νοικοκυριών στην Ελλάδα που εμφανίζει καθυστερήσεις στην πληρωμή τόκων και ενοικίων (από 10,2% το 2010 σε 14,3% το 2015). Τέλος, γενικευμένα χαρακτηριστικά φαίνεται να αποκτά η αδυναμία πληρωμής λογαριασμών ΔΕΚΟ στην ώρα τους, καθώς το ποσοστό αυξάνεται από 18,8% το 2010 σε 42% το 2015.
Στοιχεία που σοκάρουν για την ανεργία, τους μισθούς πείνας και τη φτώχεια
Το 68,9% των εργαζομένων με μερική απασχόληση δηλώνει ότι ο λόγος για τον οποίο απασχολείται με αυτή τη μορφή εργασίας είναι ότι δεν μπορούσε να βρει πλήρη απασχόληση. Η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να κινείται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 70%. Εξετάζοντας άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανεργίας, παρατηρούμε ότι το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες (27,2%) σε σχέση με τους άνδρες (18,9%) και στις νεότερες ηλικίες σε σχέση με τις γηραιότερες. Ειδικότερα, η ανεργία στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών βρίσκεται στο 44,2%, στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών στο 33,2%, στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών στο 21,5%, στην ηλικιακή ομάδα 45-64 ετών στο 18,5% και τέλος στην ηλικιακή ομάδα 65-74 στο 13%. Είναι επίσης σημαντικό να τονίσουμε ότι το επίπεδο εκπαίδευσης έχει μικρή μόνο επίδραση στο επίπεδο της ανεργίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, συνδυασμός υψηλής ανεργίας, και ειδικά της υψηλότατης μακροχρόνιας ανεργίας, με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις για την κάλυψη των ανέργων οδηγεί σεεντεινόμενη εργασιακή ανασφάλεια, χαμηλή εισοδηματική ποιότητα και αύξηση της έντασης εργασίας, όπως δείχνουν τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα δεδομένα αυτά καθιστούν την περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, όπως αποτυπώνεται από τους δείκτες νομικής προστασίας της απασχόλησης, απολύτως αναποτελεσματική, καθώς θα οδηγούσε σε παραπέρα κατακερματισμό και συνεπακόλουθη αύξηση των ανισοτήτων μεταξύ των διαφορετικών ομάδων των εργαζομένων, γεγονός που θα είχε αρνητική επίπτωση και στην εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας. Σε σχέση με το επίπεδο του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα παρατηρούμε από την επεξεργασία των στοιχείων της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (β΄ τρίμηνο του 2016) την εξής κατανομή των καθαρών μηνιαίων αποδοχών και του ποσοστού των μισθωτών, που αμείβονται αντίστοιχα:
  • Κάτω των 800 ευρώ ποσοστό 51,6% (15,2% μέχρι 499 ευρώ, 23,6% μεταξύ 500-699 ευρώ και 12,8% μεταξύ 700-800 ευρώ),
  • μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 17,3% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 17,8% (11,1% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 6,7% άνω των 1.300 ευρώ).
  • Αντίστοιχα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα: κάτω των 800 ευρώ ποσοστό 11% (3,1% έως 499 ευρώ, 3,5% μεταξύ 500-699 ευρώ και 4,4% μεταξύ 700-799 ευρώ), μεταξύ 800-999 ευρώ ποσοστό 23,6% και άνω των 1.000 ευρώ ποσοστό 54,4% (38,5% μεταξύ 1.000-1.299 ευρώ και 15,7% άνω των 1.300 ευρώ).
Στη διάρκεια του 2016 η κατάσταση στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων παρέμεινε αμετάβλητη, καθώς εξακολουθούσαν να ισχύουν και να εφαρμόζονται οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσμοθετήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Το 2016 οι εθνικές ή τοπικές κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά λίγες σε αριθμό, ενώ για έβδομη χρονιά οι ΣΣΕ σε επίπεδο επιχείρησης υπερτερούν συντριπτικά. Με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας το 2016 υπογράφτηκαν μόνο 10 κλαδικές/ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις. Αντίθετα ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ ανέρχεται σε 318, αντιπροσωπεύοντας το 95,21% του συνόλου των ΣΣΕ. Οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση έχουν υποχωρήσει από 79% το 2009 σε 45,3% το 2016. Παράλληλα, ενώ το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2016 αντιστοιχούν στο 54,7%.
Η περίοδος 2010-2015 συνοδεύτηκε από ιδιαίτερα αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως εκφράζονται από τους σχετικούς δείκτες φτώχειας και ανισότητας. Ο δείκτης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε από 27,7% το 2010 σε 35,7% το 2015. Όπως ήταν αναμενόμενο, το μεγαλύτερο ποσοστό εντοπίζεται στους ανέργους, το οποίο αυξήθηκε την περίοδο 2010-2015 κατά 14,3%. Το ποσοστό φτώχειας στους μισθωτούς εργαζομένους αυξήθηκε σημαντικά μετά το 2011, και το 2015 βρίσκεται κοντά στο 18%. Όσον αφορά τις υπόλοιπες πληθυσμιακές ομάδες, εμφανίζουν αύξηση στο ποσοστό φτώχειας μέσα στην κρίση με εξαίρεση τους συνταξιούχους, οι οποίοι παρουσιάζουν μείωση της τάξης των 2,2 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ 2010-2015. Το γεγονός ότι οι συνταξιούχοι αποτελούν μια από τις πολυπληθέστερες κοινωνικές ομάδες συνέβαλε σημαντικά στη συγκράτηση του συνολικού ποσοστού φτώχειας.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αναφέρουμε ότι το ποσοστό των εργαζομένων στο όριο της φτώχειας που έχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου είναι περίπου τριπλάσιο από εκείνο των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Τα ευρήματα αυτά καθιστούν προφανές πως οι σταθερές σχέσεις απασχόλησης όχι μόνο περιορίζουν την αβεβαιότητα των εργαζομένων ως προς το εργασιακό μέλλον τους, αλλά ταυτόχρονα εξασφαλίζουν και ένα σαφώς καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
Βέβαια, παρατηρούμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει αύξηση του ποσοστού των εργαζομένων που βρίσκεται στο όριο της φτώχειας. Εξαίρεση συνιστούν οι εργαζόμενοι με συμβάσεις αορίστου χρόνου στους οποίους το αντίστοιχο ποσοστό παρουσιάζει πτώση μεταξύ των ετών 2009 και 2015. Η μείωση αυτή υποδεικνύει πως η σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου θωρακίζει τους εργαζομένους από τη γενικότερη τάση επιδείνωσης των όρων διαβίωσης και φτωχοποίησής τους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου