Σαν να μην πέρασε μια μέρα...
Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman, στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008, όλα πάνε... δεξιά στην παγκόσμια οικονομία, με τους συστημικούς πολιτικούς, οικονομολόγους και μεγαλοτραπεζίτες να μας διαβεβαιώνουν –όπως και τότε– πως δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναζήσουμε τέτοιο κακό: γιατί, όπως λέει κι ο Μέγας Εκτυπωτής Μάριο Ντράγκι της ΕΚΤ, οι ιθύνοντες θα κάνουν «ό,τι χρειαστεί» ώστε να βεβαιωθούν πως μια κρίση τέτοιου μεγέθους δεν θα συμβεί ποτέ ξανά.
Πρόκειται, φυσικά, για ένα τεράστιο ψέμα: όχι μόνον δεν διδάχτηκε το διεθνές οικονομικό σύστημα κάτι από την τεράστια συλλογική αποτυχία του, αλλά και χρησιμοποίησε –και χρησιμοποιεί ώς και σήμερα- τις τρομακτικές κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης ως επιχειρήματα-«μπαμπούλες», για να επιμείνει στον μονόδρομο του πιο σκληρού οικονομικού νεοφιλελευθερισμού.
Με τη φτωχοποιημένη Ελλάδα στον ρόλο του τιμωρημένου άτακτου παιδιού, που το έχουν κρεμάσει ανάποδα για να το βλέπουν τα άλλα παιδάκια, να σκιάζονται και να συμμορφώνονται ευκολότερα στις υποδείξεις των «μεγάλων».
Οι ρίζες του κραχ του 2008 (το πολύ υψηλό χρέος και ο «δανεισμός χωρίς αύριο» από νοικοκυριά και επιχειρήσεις, τα όλο και πιο περίπλοκα -«δομημένα» και future- προθεσμιακά τραπεζικά προϊόντα, η αυξημένη ανάληψη ρίσκων χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις, και πρωτίστως η απληστία και η αίσθηση ατιμωρησίας των πάσης φύσεως «επενδυτών») παραμένουν ανέγγιχτες.
Σύμφωνα με τη McKinsey, το επίπεδο του παγκόσμιου χρέους ήταν, το 2017, 169 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το 2007 ήταν «μόλις» 97 τρισ. δολάρια...
Διάβαζα χτες στην Guardian μια εκ βαθέων συνέντευξη του Γκόρντον Μπράουν, του Βρετανού πρώην πρωθυπουργού των Εργατικών που, μόνος τότε ανάμεσα στους ισχυρούς ηγέτες, προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κρίση με ρηξικέλευθα μέτρα, προτείνοντας –μεταξύ άλλων – την παραδειγματική τιμωρία των υπεύθυνων για την κρίση τραπεζιτών και την κατάργηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Ο Μπράουν προειδοποιεί λοιπόν ότι ο κόσμος «περπατάει σαν υπνοβάτης» προς μία ακόμη μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση, διότι οι κυβερνήσεις «απέτυχαν να αντιμετωπίσουν τα αίτια» της καταστροφής του 2008.
«Θα υπάρξει σοβαρή αύξηση της κλιμάκωσης των ρίσκων, αλλά ζούμε σε έναν κόσμο χωρίς ηγεσία». Επισημαίνει, δε, πως η παγκόσμια οικονομία απέτυχε να εισαγάγει μηχανισμούς συναγερμού και ελέγχου των χρηματοοικονομικών ροών, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί πού έχουν δανειστεί χρήματα και με ποιους όρους. «Ασχοληθήκαμε με τα μικρά και όχι με τα μεγάλα», λέει.
Ελεύθεροι και πάμπλουτοι
Το σημαντικότερο; Ο Μπράουν ξεκαθαρίζει πως, παρά τις προσπάθειές του, τα μέτρα κατά των χρηματοπιστωτικών ατασθαλιών «δεν ήταν αρκετά σκληρά» και πως πολλές τράπεζες θεωρούν δεδομένο ότι θα διασωθούν και πάλι σε μία μελλοντική κρίση, με βάση τον κανόνα «too big to fail»- πολύ μεγάλες για να αφεθούν να καταρρεύσουν: έναν κανόνα που δυστυχώς έγινε σεβαστός μόνο για τις τράπεζες και όχι για ολόκληρους λαούς και εθνικές οικονομίες σαν τη δικιά μας.
«Οι κυρώσεις δεν έχουν ενισχυθεί επαρκώς. Δεν υπάρχει στους τραπεζίτες ο φόβος ότι θα πάνε φυλακή για κακή συμπεριφορά. Δεν στάλθηκε ένα αρκετά αυστηρό μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν θα διασώσει ιδρύματα που δεν έχουν τακτοποιήσει τα του οίκου τους», λέει ο Βρετανός πρώην πρωθυπουργός.
Κι έχει απόλυτο δίκιο στη διαπίστωση της συλλογικής, αλλά και προσωπικής αποτυχίας του να καθαρίσει την Κόπρο του Αυγεία: οι περισσότεροι ex officio αρμόδιοι τραπεζίτες και μεγαλοεπενδυτές της κρίσης, περιλαμβανομένου του «αφεντικών» της Lehman, Ντικ Φουλντ, και του υποτιθέμενου επόπτη του, του Μπεν Μπερνάνκι της Fed, όχι μόνο δεν πήγαν φυλακή, αλλά παραμένουν ελεύθεροι, ζάπλουτοι και κυρίως «στο τιμόνι» μεγάλων επενδυτικών χαρτοφυλακίων (στη Matrix ο Φουλντ, στην Pimco ο Μπερνάνκι) –πανέτοιμοι για την επόμενη μεγάλη «μπάζα»...
Νέος φαύλος κύκλος
Ενας από τους κορυφαίους εν ζωή οικονομολόγους, ο κεϊνσιανός Ρόμπερτ Σκιντέλσκι, συνοψίζει άριστα την κατάσταση σε προχτεσινό βαρυσήμαντο άρθρο του: αντί να θωρακίσουν την παγκόσμια οικονομία περικόπτοντας την απληστία των υπερεθνικών μεγα-τραπεζών και μειώνοντας την εισοδηματική ανισότητα, οι περισσότερες κυβερνήσεις ξόδεψαν τεράστια ποσά των φορολογουμένων τους για να διασώσουν τις ένοχες τράπεζες, επειδή ήταν λέει «too big to fail».
Στη συνέχεια πετσόκοψαν τις κοινωνικές δαπάνες για να μειώσουν τα ελλείμματα, βυθίζοντας τον κόσμο σε έναν νέο φαύλο κύκλο ύφεσης και υπανάπτυξης.
Οπως θυμίζει ο Σκιντέλσκι, το πολιτικό «μάντρα» ότι η ανάκαμψη μπορεί να επιτευχθεί μέσα από περικοπές των ελλειμμάτων δεν έχει καμιά βάση στη οικονομική θεωρία.
«Οι πολιτικοί επίτηδες «ξεχνούν» πως το δημόσιο χρέος των κρατών δεν είναι ένα «βάρος στις επόμενες γενιές», αλλά μια συναλλαγή ανάμεσα σε πιστωτές και οφειλέτες», γράφει.
Σε αντίθεση με τις κοινωνικές αλλά και οικονομικές συνέπειες της συνεχούς λιτότητας, που ψαλιδίζει την αγοραστική ισχύ των πολιτών και ψαλιδίζει τα βλαστάρια της ανάκαμψης πριν καν ανθίσουν.
Οι κεντρικές τράπεζες «τύπωσαν» βουνά χρήματος, αλλά άλλο να τυπώνεις κι άλλο να ξοδεύεις: τα περισσότερα κατέληξαν στα αποθεματικά των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, αντί να ξοδευτούν για να τονώσουν την πραγματική οικονομία...
Το επόμενο κραχ
Δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσω περισσότερο: θα τα διαβάσετε στις επόμενες τρεις σελίδες, από τις πένες τεσσάρων ανθρώπων πολύ πιο ειδικών από εμένα, που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το επόμενο «κραχ».
Πιστεύω άλλωστε ότι οι πάσης φύσεως «αναλυτές» κρίνονται από το τι γράφουν και λένε είτε πριν είτε την ώρα που συμβαίνει ένα τέτοιο κοσμοϊστορικό γεγονός κι όχι δέκα χρόνια μετά, εν μέσω των ερειπίων.
Οσοι διαθέτουν μνήμη, ξέρουν - και για τους υπόλοιπους υπάρχει πάντα το Google. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα κείμενα μένουν - και όλοι κρινόμαστε. Οχι ότι έχει καμιά σημασία, βέβαια - τρία και κάτι μνημόνια μετά...
Να σημειωθεί ότι ο Σκιντέλσκι ορίζει την «οικονομική κατάρρευση» ως πτώση του ΑΕΠ κατά 5-10% και διπλασιασμό της ανεργίας.
Τι να πει αλήθεια για την Ελλάδα, που έχει μείωση... 25% στο ΑΕΠ, χωρίς να καταφέρει να μειώσει τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, και όπου η κυβέρνηση πανηγυρίζει επειδή η ανεργία «υποχώρησε» στο 19%, παρά τη μαζική μετανάστευση σχεδόν μισού εκατομμυρίου νέων επιστημόνων μας;
Γενεαλογίες κερδοσκοπίας, Νόμπελ της φούσκας
Η Μεγάλη Υφεση του 2008 μόνο τυχαία δεν ήταν. Δεν ξεκίνησε στις ΗΠΑ, απλώς με την κατάρρευση της Lehman Brothers. Συνεπώς, η μικρή ιστορία του υπόβαθρου βοηθάει στην κατανόησή της.
Το υπερκέρδος πάντα ενδιέφερε την ελεύθερη καπιταλιστική οικονομία. Τυπικά, από το 1900, όταν ο ταλαντούχος Γάλλος μεταπτυχιακός μαθηματικός Λουί Μπασελιέ υποστήριξε στη Σορβόνη τη διατριβή με τίτλο «Théorie de la spéculation» (Θεωρία της κερδοσκοπίας) –εβδομήντα σελίδες– που επαινέθηκε για την πρωτοτυπία και το βάθος της από τον επιβλέποντα φυσικομαθηματικό Ανρί Πουανκαρέ.
Με μαθηματική υποδειγματοποίηση της διακύμανσης των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο, ο Μπασελιέ διατύπωσε μια σημαντική αρχή: «Εν πολλοίς, η προσδοκία της κερδοσκοπίας είναι μηδενική».
Υποστήριξε ότι η τιμή ενός περιουσιακού στοιχείου εκφράζει με ακρίβεια όλες τις γνωστές πληροφορίες εφόσον η αγορά λειτουργεί ως τέλεια αντανάκλαση θεμελιωδών οικονομικών μεγεθών.
Η οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών –που παρατηρείται συχνά– δεν είναι παρά αυτόματη αντίδραση της αγοράς στις νέες πληροφορίες. Εν πάση περιπτώσει, το πόνημα του Μπασελιέ δεν είχε την υποδοχή που του άξιζε γιατί δεν εξηγούσε πώς θα αυξήσει κάποιος γρήγορα τα χρήματά του.
Ακριβέστερα, είχε την τύχη που είχε το «Κεφάλαιο» του Μαρξ, που το αγόραζαν οι τρελαμένοι Αμερικανοί για να μάθουν πώς θα αυξήσουν τα κεφάλαιά τους. Μετά ήρθε ο Α Παγκόσμιος, ο Μεσοπόλεμος κ.λπ. και ο Μπασελιέ ξεχάστηκε –πέθανε το 1946– με ζωντανή την ιδέα της κερδοσκοπίας.
Με τον οικονομολόγο Πολ Σάμιουελσον το 1960, οι βασικές ιδέες του γρήγορου και βέβαιου κέρδους ενέπνευσαν πολλές ερευνητικές εργασίες στις ΗΠΑ. Το 1970 ο Αμερικανός οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Γιουτζίν Φάμα, διατύπωσε τη «θεωρία των αποτελεσματικών αγορών» βασιζόμενος στις προαναφερθείσες ιδέες∙ το ίδιο και πολλοί άλλοι συμπαθούντες την ελεύθερη αγορά – εφόσον επιθυμούσαν μια ήσυχη και σίγουρη ακαδημαϊκή καριέρα ή μια καλή τύχη (με μπόνους) στον κόσμο των τραπεζών και των επιχειρήσεων.
Αρχισαν να κατασκευάζουν σύνθετα μαθηματικά υποδείγματα θέλοντας να αποδείξουν ότι οι ελεύθερες αγορές είναι απόλυτα επαρκείς και λογικές, με ελάχιστους κινδύνους, δηλαδή χωρίς ρυθμίσεις και δίχως πολλούς πολλούς κρατικούς περιορισμούς.
Το 1973 διατυπώθηκαν τα μαθηματικά υποδείγματα των Black-Scholes-Merton, για τα οποία οι Ρόμπερτ Μέρτον και Μάιρον Σόουλς κέρδισαν το Νόμπελ Οικονομίας το 1997, για τη λύση που πρότειναν στο πρόβλημα των κινδύνων της αποτίμησης δικαιωμάτων προαίρεσης και για τη νέα μέθοδο προσδιορισμού της αξίας των «εξωτικών» χρηματοοικονομικών παραγώγων.
Βέβαια, σε πολύ σύντομο διάστημα –μικρότερο του έτους από το Νόμπελ–, κατέρρευσε το κερδοσκοπικό κεφάλαιο Long Term Capital Management (LTCM), το οποίο είχε στηριχθεί στις εργασίες των Σόουλς-Μέρτον και στο οποίο οι νομπελίστες της φούσκας, όπως ονομάστηκαν, υπήρξαν διάσημοι συνεταίροι.
Από τον Θατσερισμό του ’80 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι τραπεζικές τεχνολογίες, οι χρηματοοικονομικές καινοτομίες αγκαλιά με τους οίκους αξιολόγησης και την απουσία κάθε κρατικής ρύθμισης του σκιώδους χρηματοπιστωτικού συστήματος και χέρι χέρι με τη θεωρητική συναίνεση της Μεγάλης Εξομάλυνσης (δαμάσαμε επιτέλους τις οικονομικές κρίσεις) προκάλεσαν την εκρηκτική συστημική αδυναμία που οδήγησε στο 2008.
Το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η πολιτική απάντηση με το κύμα του πατριωτικού καταναλωτισμού και η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων, τελικά, απευθύνονταν στον «αμέσως επόμενο μεγαλύτερο ηλίθιο». Και μετά… ήρθε η φούσκα, η κατάρρευση και η παγκόσμια Μεγάλη Υφεση του 2008.
Αργά, πολλοί κατάλαβαν ότι μερικά οικονομικά υποδείγματα κατάπιναν τις πραγματικές οικονομίες.
Από τη Lehman Brothers στην κοινωνική βαρβαρότητα
1. Το χρονικό
Η χρηματοπιστωτική αναταραχή που ξέσπασε στις ΗΠΑ το 2007, με επίκεντρο τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, λειτούργησε ως πυροκροτητής για την έκρηξη της μεγαλύτερης συστημικής οικονομικής κρίσης που γνώρισαν οι χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού μετά τη δεκαετία του 1930. Η κατάρρευση, τον Σεπτέμβριο 2008, της Lehman Brothers, τέταρτης σε μέγεθος επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, σήμανε την είσοδο της κρίσης στην πλέον οξεία φάση της.
Από το σημείο εκείνο και εξής, γίναμε μάρτυρες της πιο τραγελαφικής διαδοχής γεγονότων. Ισχυρές πεποιθήσεις σχετικά με τη δυνατότητα αυτορρύθμισης των αγορών κατέρρευσαν, ενώ η κρίση πήρε πλέον παγκόσμιο χαρακτήρα.
Οι γιγάντιες αμερικανικές και ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές εταιρείες έγιναν θεσμοί-ζόμπι, ανύπαρκτοι χωρίς την ενεργητική παρουσία και τις ζωτικές παρεμβάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Ελβετίας ή της Τράπεζας της Αγγλίας. Η ευρωζώνη έγινε τόσο ευάλωτη όσο και οι ασθενέστεροι υπερχρεωμένοι κρίκοι της. Τα δημόσια οικονομικά παγιδεύτηκαν στη διάσωση των τραπεζών.
Η κρίση χρέους που ακολούθησε δεν αποτέλεσε αιτία, αλλά αποτέλεσμα και έκφανση της συστημικής κρίσης.
2. Συστημική κρίση του καπιταλισμού
Ως ερμηνεία της κρίσης προβάλλονται συχνά η διόγκωση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και η συνυφασμένη μαζί της κερδοσκοπία. Ως πολιτικό συνεπαγόμενο προκύπτει η αναγκαιότητα ρύθμισης των χρηματαγορών.
Ομως, για να κατανοήσει κανείς την κρίση δεν είναι γόνιμη η αναφορά στην «κερδοσκοπία» της χρηματοπιστωτικής σφαίρας. Κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα είναι «κερδοσκοπική», αποτελεί «προκαταβολή» κεφαλαίου που έχει ως σκοπό το μέγιστο δυνατό κέρδος, ενώ η επιλογή της μιας ή της άλλης σφαίρας οικονομικής δραστηριότητας είναι απλώς το μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ούτε είναι χρήσιμη η διάκριση μεταξύ «πραγματικής» και χρηματοπιστωτικής οικονομίας. Κάθε «πραγματική» επιχείρηση έχει ταυτόχρονα μια χρηματοπιστωτική υπόσταση: το σύνολο των μετοχών και των ομολόγων που έχει εκδώσει (και που κατέχει).
Η χρηματοπιστωτική σφαίρα αποτελεί δομικό συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος: μηχανισμό χρηματοδότησης και ταυτόχρονα αξιολόγησης-παρακολούθησης της αποδοτικότητας των δρώντων παραγόντων της αγοράς: επιχειρήσεων, κρατών, ατόμων...
Η κρίση ήταν συστημική, με την έννοια ότι προσωρινά μπλόκαραν η διαδικασία αναπαραγωγής και ο τρόπος λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, πλήττοντας αρχικά τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης της οικονομίας, τις τράπεζες. Δεν ήταν αποτέλεσμα «λάθους» ή μιας και μοναδικής αιτίας. «Αιτία» ήταν το σύνολο των κοινωνικών αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα.
Αυτός είναι ο λόγος που η στιγμή της κρίσης δεν μπορεί να προβλεφθεί, ούτε πρόκειται να εκλείψουν οι κρίσεις.
Καμία «ρύθμιση» δεν θα μπορέσει να αποτρέψει την επόμενη κρίση, όπως δεν απέτρεψε και τις προηγούμενες.
3. Αυξανόμενη κοινωνική βαρβαρότητα
Από την κρίση προέκυψε μια πιο άνιση και πιο βάρβαρη κοινωνία. Η ατροφία του εργατικού κινήματος και η ιδεολογικο-πολιτική αδυναμία της Αριστεράς επέτρεψαν στις κυρίαρχες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν την κρίση ως «ευκαιρία» για να εμβαθύνουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ενάντια στη μισθωτή εργασία, το κοινωνικό κράτος, τους απόμαχους της εργασίας.
Η συμπίεση του μισθού και του κοινωνικού μισθού είναι πάντα η στρατηγική των κυρίαρχων τάξεων σε συγκυρίες κρίσης, όπου το ποσοστό κέρδους του κεφαλαίου συρρικνώνεται.
Ο μισθός, που συνιστά ανάγκη για τη μεγάλη κοινωνική πλειονότητα, συνιστά κόστος για το κεφάλαιο. Οι πολιτικές λιτότητας, ως στρατηγική για τη μείωση του επιχειρηματικού κόστους, μετασχηματίζουν σε αντιδραστική κατεύθυνση ολόκληρη την κοινωνία: επιβάλλουν ένα κοινωνικό μοντέλο με συρρικνωμένα δικαιώματα για τους εργαζόμενους, με χαμηλότερους και «ευέλικτους» μισθούς και με εκμηδένιση της διαπραγματευτικής δύναμης των μισθωτών απέναντι στους εργοδότες και τις οργανώσεις τους.
Μόνο ο αγώνας ενάντια στην κοινωνική αδικία και την καπιταλιστική εκμετάλλευση μπορεί να σταματήσει τη λιτότητα.
*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο και διευθυντής του περιοδικού «Θέσεις»
Δέκα χρόνια μετά*
Πάνε δέκα χρόνια από τότε που χρεοκόπησε η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers, επιφέροντας ένα τεράστιο κραχ στις παγκόσμιες χρηματαγορές και σηματοδοτώντας τη βαθύτερη οικονομική ύφεση στην παραγωγή, στις επενδύσεις και στην απασχόληση από το κραχ του 1929, το οποίο σήμερα ονομάζουμε Μεγάλη Υφεση.
Αξίζει να θυμηθούμε ορισμένα από τα μαθήματα και τις επιπλοκές αυτού του οικονομικού σεισμού. Πρώτον, οι επίσημοι θεσμοί και οι συστημικοί οικονομολόγοι δεν τον προέβλεψαν ποτέ. Τον Οκτώβριο του 2007 το ΔΝΤ συμπέραινε ότι «στις αναπτυγμένες οικονομίες οι οικονομικές υφέσεις έχουν σχεδόν εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου».
Οταν το βάθος της κρίσης αποκαλύφθηκε το 2008, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ο Αλαν Γκρίνσπαν, έλεγε στο αμερικανικό Κογκρέσο: «Βρίσκομαι σε μια κατάσταση σοκ και δυσπιστίας [...] διότι βάδιζα επί σαράντα και περισσότερα χρόνια με σημαντικά στοιχεία ότι (ο καπιταλισμός) λειτουργεί εξαιρετικά καλά».
Οταν ρωτήθηκε τι προκάλεσε τη Μεγάλη Υφεση, ο νομπελίστας και κορυφαίος οικονομολόγος Γιουτζίν Φάμα απάντησε: «Δεν γνωρίζουμε τι προκαλεί τις υφέσεις. Δεν είμαι ειδικός στη μακρο-οικονομία και δεν αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό. Ποτέ δεν γνωρίζαμε. Οι συζητήσεις συνεχίζονται μέχρι σήμερα για το τι προκάλεσε τη Μεγάλη Υφεση. Τα οικονομικά δεν είναι και πολύ καλά στο να εξηγούν τις ταλαντεύσεις στην οικονομική δραστηριότητα [...] Εάν μπορούσα να έχω προβλέψει την κρίση, θα το είχα κάνει. Δεν το βλέπω. Μακάρι να ήξερα περισσότερα για το τι προκαλεί τους επιχειρηματικούς κύκλους».
Ομως και οι περισσότεροι ετερόδοξοι οικονομολόγοι επίσης δεν είδαν το κραχ να έρχεται. Υπήρξαν λίγες εξαιρέσεις: Το 2003 ο Ανουάρ Σάικ εξέφραζε την εκτίμηση ότι η πτώση στην κερδοφορία του κεφαλαίου και στις επενδύσεις οδηγούσε σε μια νέα ύφεση.
Και όντως το 2005 έλεγε: «Δεν έχει ξαναϋπάρξει τέτοια σύμπτωση κύκλων από το 1991. Και αυτή τη φορά θα συνοδευτεί από την πτώση της κερδοφορίας. Θα φτάσουμε στον πάτο μέχρι το 2009-2010! Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περιμένουμε μια πολύ οξεία οικονομική κάμψη σε βαθμό που δεν έχουμε δει από το 1980 ή και πιο πριν».
Ορισμένοι το έριξαν στη θεωρία των πιθανοτήτων: θα ήταν ένα γεγονός μία στο εκατομμύριο. Οι περισσότεροι είδαν μόνο τα επιφανειακά φαινόμενα του οικονομικού κραχ και συμπέραναν ότι η Μεγάλη Υφεση ήταν το αποτέλεσμα της οικονομικής απερισκεψίας των απορρυθμισμένων τραπεζών ή κάποιου «χρηματοπιστωτικού πανικού». Από τους κύριους κεϊνσιανούς οικονομολόγους, ο Πολ Κρούγκμαν εκτιμούσε ότι ήταν «μια τεχνική δυσλειτουργία» η οποία έπρεπε και όφειλε να διορθωθεί μέσω της αποκατάστασης της «επαρκούς ζήτησης».
Ελάχιστοι ανέτρεξαν στην αυθεντική άποψη του Μαρξ για τις αιτίες των υφέσεων στην παραγωγή. Ενας απ’ αυτούς ήταν ο Γουλιέλμο Καρτσέντι ο οποίος εξηγούσε: «Προσεγγίζουμε ένα σημείο στο οποίο θα υπάρξει ένας μαζικός και ξαφνικός αποπληθωρισμός στον χρηματοπιστωτικό και στον κερδοσκοπικό τομέα. Παρότι φαίνεται λες και η κρίση ξεκίνησε απ’ αυτούς, η αρχική αιτία βρίσκεται στην παραγωγική σφαίρα και στην ακόλουθη πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους». Η κερδοφορία στους παραγωγικούς τομείς των μεγάλων καπιταλιστικών οικονομιών έφτασε σε ιστορικά χαμηλά το 2007. Αυτό ενθάρρυνε μια τεράστια αύξηση του πλασματικού κεφαλαίου (αγορά ομολόγων και μετοχών), η οποία δεν στηριζόταν σε μια επαρκή βελτίωση στα κέρδη από παραγωγικές επενδύσεις.
Η πτώση των κερδών σήμανε την υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και έτσι, μια δραστική περικοπή των επενδύσεων. Ακολούθησε μια πτώση στην παραγωγή, στην απασχόληση και στα εισοδήματα κ.ο.κ. Είχαμε δηλαδή τη Μεγάλη Υφεση.
Η Μεγάλη Υφεση τελείωσε στα μέσα του 2009. Αυτό που συμβαίνει από τότε είναι ένα μακροχρόνιο ράλι στις χρηματαγορές – το μεγαλύτερο από το 1945. Ομως είναι ταυτόχρονα η πιο ασθενής οικονομική ανάκαμψη στην ιστορία του καπιταλισμού με χαμηλή ανάπτυξη, λιμνάζον εμπόριο και μικρές επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες – μια περίοδος την οποία έχω ονομάσει «Μακρά Υφεση».
Μπορεί οι αγορές μετοχών και ομολόγων να έχουν εμφανίσει αύξηση, αφού ενισχύθηκαν από φτηνή, σχεδόν δωρεάν πίστωση από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά η κερδοφορία του παραγωγικού κεφαλαίου στις μεγαλύτερες οικονομίες δεν έχει επανέλθει στα προηγούμενα υψηλά, παρά τη λιτότητα στις δημόσιες υπηρεσίες, τα όρια στους μισθούς και τις περικοπές στη φορολογία των εταιρειών.
Την ίδια στιγμή, τα εταιρικά και δημόσια χρέη έχουν αυξηθεί σε επίπεδα-ρεκόρ, έτσι ώστε ένα σημαντικό τμήμα των ασθενέστερων επιχειρήσεων με το ζόρι να εξυπηρετούν το χρέος τους.
Και τώρα οι κεντρικές τράπεζες, με πρώτη την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, έχουν αρχίσει να αναστρέφουν την «ποσοτική χαλάρωση» και αυξάνουν πολύ τα επιτόκια.
Το κόστος δανεισμού και αποπληρωμής του χρέους θα ανέβει, σε μια περίοδο ακριβώς που η κερδοφορία εξασθενεί. Αυτή είναι η συνταγή για ένα νέο κραχ τύπου Lehman Brothers.
Οι λεγόμενες αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Αργεντινή, η Τουρκία και η Νότια Αφρική, αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα. Εάν υπάρξει μια νέα κάμψη τον επόμενο ή τα επόμενα χρόνια, τότε και η αποκαλούμενη «ανάκαμψη» στην Ελλάδα θα αρχίσει να παραπαίει.
*Το άρθρο γράφτηκε αποκλειστικά για την «Εφημερίδα των Συντακτών».
**Εργάζεται στο Σίτι του Λονδίνου και προσεγγίζει την οικονομία από μαρξιστική σκοπιά. Στο μπλογκ του, thenextrecession.wordpress.com, αναλύει σε τακτική βάση τις οικονομικές εξελίξεις και ο αναγνώστης μπορεί να βρει ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες απόψεις για την κρίση, αλλά και για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Τελευταίο του βιβλίο είναι το «Η Μεγάλη Υφεση: οι κύκλοι του κέρδους, η οικονομική κρίση».
Μετάφραση – επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου
Η Μαύρη Εβδομάδα
Του Θανάση Βασιλείου
Μαύρη Εβδομάδα ονομάστηκε το κρίσιμο διάστημα 15-22 Σεπτεμβρίου 2008. Συνδέθηκε με την κατάρρευση της Lehman Brothers –τη μεγαλύτερη χρεοκοπία στην πρόσφατη οικονομική ιστορία των ΗΠΑ– η οποία κλόνισε την αρχιτεκτονική των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών αλλά και τη βιωσιμότητα του ίδιου του καπιταλισμού.
13 Σεπτεμβρίου
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ και ο διοικητής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τίμοθι Γκάιτνερ, είχαν συγκαλέσει έκτακτη συνάντηση για το μέλλον της Lehman. Θα εξέταζαν λύσεις, όπως η επείγουσα ρευστοποίηση πάγιων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ενώ από την πλευρά της η Lehman ανέφερε ότι βρισκόταν σε επαφές με τις Bank of America και Barclays για το ενδεχόμενο εξαγοράς της.
14 Σεπτεμβρίου
Η Bank of America εξαγοράζει τη Merrill Lynch. Κατά δήλωσή του στο πρακτορείο Reuters, εργαζόμενος της Lehman αποκάλυψε ότι «το βράδυ της Κυριακής 14 Σεπτεμβρίου 2008, στην έδρα της εταιρείας στο νούμερο 745 της Εβδόμης Λεωφόρου, τα μέλη του Δ.Σ. έπιναν μπίρες και κάπνιζαν μέσα στα γραφεία».
15 Σεπτεμβρίου
Στη Wall Street, παρά τις εκκλήσεις των χρηματιστηριακών αρχών και της κυβέρνησης για αυτοσυγκράτηση, επικρατούσε πανικός, με συνεχείς χρηματιστηριακές απώλειες, ολοσχερή απώλεια της επενδυτικής εμπιστοσύνης, με αντικρουόμενες φήμες περί πιθανής διάσπασης της Lehman, περί εξαγοράς ή ακόμα και για κυβερνητική στήριξη. Τελικά, ύστερα από αποτυχία όλων των προσπαθειών, στις 15 Σεπτεμβρίου η Lehman ανακοίνωσε ότι θα κατέθετε αίτηση υπαγωγής στο Κεφάλαιο 11 του αμερικανικού Πτωχευτικού Κώδικα, με χρέη στα 768 δισ. και την αξία των παγίων της στα 639 δισ. δολάρια. Οι αναλυτές ξέχασαν τις λέξεις «αγοράζω», «διατηρώ», «πουλάω» και η μόνη λέξη που φώναζαν ήταν το «ρευστοποιώ». Τη «Μαύρη Δευτέρα» της 15ης Σεπτεμβρίου ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones στο χρηματιστήριο υποχώρησε ενδοσυνεδριακά μέχρι και 777 μονάδες (-7%), o S&P υποχώρησε 98 μονάδες (-8,1%) και ο δείκτης Nawdaq έχασε 200 μονάδες (-9,1%). Την ημέρα εκείνη ο Dow Jones έκλεισε με τις υψηλότερες απώλειες μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 και με τη μετοχή της Lehman να σημειώνει πτώση 90%.
17 Σεπτεμβρίου
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δανείζει 85 δισ. δολάρια στην ασφαλιστική εταιρεία AIG, η οποία όδευε προς πτώχευση έχοντας χάσει το 60% της χρηματιστηριακής αξίας της επειδή κατείχε τοξικά ομόλογα.
19 Σεπτεμβρίου
Ο υπουργός Οικονομικών, Χένρι Πόλσον, ανακοινώνει το σχέδιο σωτηρίας, ύψους 700 δισ. δολαρίων, ζητώντας λευκή εξουσιοδότηση για εξαγορά των τοξικών χρεογράφων του χρηματοπιστωτικού τομέα συνολικής αξίας 700 δισ. δολαρίων. Από τις επενδυτικές τράπεζες έχουν απομείνει δύο: η Goldman Sachs και η Morgan Stanley, με τους τίτλους τους να πέφτουν συνεχώς. Η Merrill Lynch και η Bear Stearns εξαγοράστηκαν και η Lehman Brothers, μετά τις 15 Σεπτεμβρίου, άρχισε να τελεί υπό εκκαθάριση ύστερα από 158 χρόνια παρουσίας στη Wall Street. Η βρετανική Barklays εξαγόρασε έναντι 1,75 δισ. δολαρίων τις δραστηριότητες στις ΗΠΑ και η Nomura Holdings, λίγες ημέρες αργότερα, εξαγόρασε τις δραστηριότητες της Lehman στην Ασία έναντι δύο δισ. δολαρίων.
Η άμεση παρέμβαση του κράτους υπήρξε πρωτοφανής στην ιστορία των ΗΠΑ – κατεξοχήν πατρίδα του φιλελευθερισμού. Η «ένεση» κεφαλαίων, στην πράξη, σήμαινε ότι η κυβέρνηση θα προσέφερε ρευστό στις τράπεζες με αντάλλαγμα τις μετοχές τους: στην πραγματικότητα η κυβέρνηση των ΗΠΑ κρατικοποιούσε, εν μέρει, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, στέλνοντας τον λογαριασμό στους φορολογούμενους.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου