Ένα θέμα που έχει απασχολήσει κατά καιρούς όλους τους συναδέρφους τα προηγούμενα χρόνια, όταν επήλθαν και οι περισσότερες αλλαγές στην εργατική νομοθεσία με τα περιβόητα μνημόνια είναι η αμοιβή των εργαζομένων μερικής απασχόλησης που εργάζονται λιγότερες από 4 ώρες ημερησίως.
Θα δώσουμε μια σαφή και έγκυρη απάντηση, παραθέτοντας τα αντίστοιχα αποσπάσματα νόμων που ξεκαθαρίζουν το παρόν θέμα, αφού μετά από ανασκόπηση και σε αντίστοιχη αρθρογραφία, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι έχει μπερδέψει πολλούς συναδέρφους.
Ο νόμος 1892/90, στο άρθρο 38, παρ.9 πριν τροποποιηθεί ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. Εφόσον το ωράριο απασχόλησής τους είναι μικρότερο των τεσσάρων (4) ωρών ημερησίως, οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων μισθωτών προσαυξάνονται κατά επτάμισι τοις εκατό (7,5%).»
Κατόπιν το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τον μεταγενέστερο νόμο3899/2010 και διαμορφώθηκε ως εξής:
«Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.»
Συγκεκριμένα το άρθρο 17 του Ν.3899/2010, στην παράγραφο 1 αναφέρει:
<<Η παράγραφος 9 του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «9. Οι αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζομένου και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.»>>
Καθίσταται σαφές λοιπόν ότι η ανωτέρω ευνοϊκή διάταξη για τους μερικά απασχολούμενους εργαζόμενους με ημερήσιο ωράριο κάτω των 4 ωρών, με προσαύξηση των αποδοχών τους κατά 7,5% δεν ισχύει πλέον…
Με το σημερινό άρθρο θα προσπαθήσουμε να απεικονίσουμε με πρακτικό τρόπο όλες τις απαραίτητες ενέργειες που κάνει ένας λογιστής που ασχολείται με τα εργατικά από τη στιγμή που βγάζει την πρώτη μισθοδοσία, μέχρι να την παραδώσει στα χέρια του μισθωτού και του εργοδότη του.
Είναι δεδομένο ότι δεν αρκεί για έναν εκκαθαριστή μισθοδοσίας, να γνωρίζει σε ικανοποιητικό βαθμό το χειρισμό του προγράμματος, το οποίο αν έχει σωστά καταχωρημένα τα δεδομένα, εκτελεί αυτοματοποιημένα όλες τις βασικές εργασίες υπολογισμού, αφού απαιτείται παράλληλα και το κατάλληλο γνωσιακό και θεωρητικό υπόβαθρο, τόσο της εργατοασφαλιστικής, όσο και της φορολογικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου ο σύγχρονος λογιστής που χειρίζεται εργατικά θέματα, είναι πλήρως καταρτισμένος σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων και σε συνδυασμό με τη βοήθεια ενός σύγχρονου προγράμματος μισθοδοσίας, το οποίο ελέγχει συνεχώς, ανταποκρίνεται με επιτυχία στο δύσκολο και απαιτητικό αυτό αντικείμενο.
Στο σημείο αυτό οφείλουμε να ανατρέξουμε στη φορολογική νομοθεσία, ώστε να βρούμε την κλίμακα φορολογίας εισοδήματος, τον φόρο μισθωτών υπηρεσιών, αλλά και την εισφορά αλληλεγγύης, με βάση τα άρθρα 15 και 43Α του Ν.4172/2013.(κωδικοποιημένα με τις τροποποιήσεις που έχουν υποστεί από μεταγενέστερους νόμους.
‘Aρθρο 15 Ν.4172/2013:
Το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:
Εισόδημα (Μισθοί, Συντάξεις, Επιχ. Δραστηριότητα)
Φορ. Συντελεστής
0 – 20.000
22%
20.001 – 30.000
29%
30.001 – 40.000
37%
40.001 –
45%
Άρθρο 43Α Ν.4172/2013:
Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της παραγράφου 1 υπολογίζεται με την ακόλουθη κλίμακα:
Κατόπιν πηγαίνω με βάση το ετήσιο φορολογητέο που βρήκα στη φορολογική κλίμακα:
τα πρώτα 20000 ευρώ έχουν φορολογικό συντελεστή 22%, άρα ο φόρος είναι 20000*22%=4400 ευρώ
Τα υπόλοιπα 25320-20000=3520 ευρώ έχουν φορολογικό συντελεστή 29%, άρα ο φόρος θα είναι 3520*29%=1020,80 ευρώ.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν την έκπτωση φόρου που θα έχει ο άγαμος μισθωτός με βάση το άρθρο 16 του Ν.4172/2013, το οποίο αναφέρει:
1. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 μειώνεται κατά το ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ για το φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 11, όταν το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η μείωση του φόρου ανέρχεται σε χίλια εννιακόσια πενήντα (1.950) ευρώ για το φορολογούμενο με ένα (1) εξαρτώμενο τέκνο, σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για δύο (2) εξαρτώμενα τέκνα και σε δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ για τρία (3) εξαρτώμενα τέκνα και άνω. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των ποσών αυτών, η μείωση του φόρου περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου.
2. Για φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το ποσό της μείωσης μειώνεται κατά δέκα (10) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος από μισθούς και συντάξεις.
Στο παράδειγμά μας η μείωση φόρου για ετήσιο φορολογητέο εισόδημα 23520 ευρώ θα είναι:
1900 ευρώ για τα πρώτα 20000 ευρώ και
εφ’ όσον το εισόδημα υπερβαίνει τις 20000 ευρώ κατά 3520 ευρώ, η έκπτωση φόρου μειώνεται κατά 10 ευρώ ανά 1000 ευρώ φορολογητέου εισοδήματος. Άρα με μια απλή μέθοδο των τριών βρίσκουμε ότι η έκπτωση φόρου θα μειωθεί κατά 35,20 ευρώ.
Τελική έκπτωση φόρου για το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα: 1900-35,20=1864,80 ευρώ.
Με βάση τους παραπάνω υπολογισμούς έφτασε η στιγμή να υπολογίσουμε τελικά το ΦΜΥ του 1/2017 ως εξής:(με βάση τη φορολογική κλίμακα):
Αφού έχουμε υπολογίσει λοιπόν όλα τα παραπάνω για να εκδόσουμε από το πρόγραμμα την απόδειξη μισθοδοσίας του μήνα 1/2017, θα πρέπει να έχουμε υπόψιν μας τα εξής:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου