ΕΜΜΕΣΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
ΕΛΕΓΧΟΥ – ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΔΑΠΑΝΩΝ ΣΕ ΜΕΤΡΗΤΑ
Γράφει ο Θοδωρής Καβούνης
Σύμφωνα με Δελτίο
τύπου τη Α.Α.Δ.Ε. 8.000 φορολογικοί έλεγχοι που διενεργήθηκαν το πρώτο
τρίμηνο του 2026 αποκάλυψαν 5,6 εκατομμύρια ευρώ αδήλωτες συναλλαγές
και 50.000 παραβάσεις. Κατά την διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 2026 τα
ελεγκτικά κλιμάκια της ΑΑΔΕ πραγματοποίησαν 8.000 επιτόπιους ελέγχους σε όλη
την ελληνική επικράτεια, εστιάζοντας σε κλάδους όπου καταγράφονταν αυξημένες
ενδείξεις φοροδιαφυγής, καθώς και σε περιοχές με έντονη εμπορική δραστηριότητα
και δημοφιλείς εκδηλώσεις. Οι έλεγχοι σχεδιάστηκαν με αξιοποίηση σύγχρονων
ψηφιακών εργαλείων και δεδομένων, όπως η εφαρμογή Καταγγελίες Πολιτών, το
Appodixi, τα στοιχεία των βάσεων δεδομένων της ΑΑΔΕ, το myDATA και το Ψηφιακό
Πελατολόγιο, μέσα από ανάλυση κινδύνου και στοχευμένες διασταυρώσεις.
Από τους ελέγχους διαπιστώθηκαν
παραβάσεις που σχετίζονται κυρίως με:
• μη έκδοση αποδείξεων
• μη διαβίβαση στοιχείων στην ΑΑΔΕ
• μη διασύνδεση POS με τις
φορολογικές ταμειακές μηχανές.
Συνολικά, περίπου 2.500 επιχειρήσεις
εντοπίστηκαν να μην έχουν εκπληρώσει τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, με τον
έλεγχο να συνεχίζεται σε βάθος χρόνου για τη συνολική τους φορολογική εικόνα.
Καταγράφηκαν 50.000 παραβάσεις, ενώ η αποκρυβείσα αξία συναλλαγών ξεπέρασε τα
5,6 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσοστό παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 33%.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές. Από
τους σχετικούς ελέγχους προέκυψαν 55 περιπτώσεις επιχειρήσεων στις
οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 680.000 ευρώ.
Σε περιπτώσεις σοβαρών ή επαναλαμβανόμενων
παραβάσεων επιβλήθηκαν χρηματικές κυρώσεις, καθώς και μέτρα αναστολής
λειτουργίας της επιχείρησης. Συγκεκριμένα, επιβλήθηκαν χρηματικές κυρώσεις σε
11 επιχειρήσεις, ενώ 93 επιχειρήσεις ανέστειλαν τη λειτουργία τους για δύο ή
περισσότερες ημέρες, λόγω υποτροπής ή εκτεταμένης μη έκδοσης φορολογικών
στοιχείων.
Σε συνέχεια της προηγούμενης
αρθρογραφίας, όπου πραγματοποιήθηκε ανάλυση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου της
αρχής στων αναλογιών και της μεθόδου ανάλυσης ρευστότητας, στο παρόν άρθρο θα
αναλυθεί η τεχνική του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε
μετρητά ολοκληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την παρουσίαση των έμμεσων τεχνικών
ελέγχου. Υπενθυμίζεται ότι με τις
έμμεσες τεχνικές ελέγχου το εισόδημα του φορολογούμενου κατά την διάρκεια του
φορολογικού ελέγχου προσδιορίζεται με έμμεσο τρόπο και όχι άμεσο.
Ειδικότερα η φορολογική διοίκηση όταν εφαρμόζει τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου
προσδιορίζει την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη του ελεγχόμενου με βάση κάθε
διαθέσιμο στοιχείο, πληροφορία ή δεδομένο που διαθέτει.
ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ
ΣΕ ΜΕΤΡΗΤΑ
Η
τεχνική του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά
εφαρμόζεται σε φυσικά πρόσωπα ανεξάρτητα από το αν είναι επιτηδευματίες ή όχι
και βασίζεται κυρίως στο σκεπτικό ότι ένας φορολογούμενος τα χρήματα που
λαμβάνει είτε θα τα αναλώσει σε διάφορες δαπάνες με μετρητά είτε θα τα
καταθέσει στην τράπεζα. Η φορολογική αρχή εφαρμόζοντας την τεχνική του ύψους
των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά (bank deposits and cash expenditure
method) προσδιορίζει
φορολογητέα ύλη παρακολουθώντας την κίνηση των (διαθεσίμων) κεφαλαίων του
φορολογούμενου, του/της συζύγου και των προστατευόμενων μελών αυτών, είτε με
την κατάθεση αυτών σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς είτε με την ανάλωση τους
σε διάφορες συναλλαγές με χρήση μετρητών. Αναλύει τις συνολικές καταθέσεις
σε χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς, τα διαθέσιμα, τις αγορές και δαπάνες σε
μετρητά τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο
κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου και τα συγκρίνει με
τα συνολικά δηλωθέντα έσοδα. Κατά την τεχνική αυτή από τις συνολικές
τραπεζικές καταθέσεις της ελεγχόμενης φορολογικής περιόδου αφαιρούνται τα
κατατεθειμένα ποσά που αφορούν μη υποκείμενα σε φορολογία έσοδα, όπως
εκταμιεύσεις δανείων, συμψηφιστικές κινήσεις και λοιπές πράξεις που δεν
αποτελούν καθαρές καταθέσεις. Στο Υπόλοιπο των καθαρών τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται
όλες οι καταβολές σε μετρητά για αγορές, δαπάνες (προσωπικές, οικογενειακές
ή επαγγελματικές) και λοιπές συναλλαγές και αφαιρούνται τα μη
υποκείμενα σε φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς. To νέο
Υπόλοιπο αναμορφώνεται με τις αυξήσεις ή μειώσεις των εισπρακτέων
λογαριασμών και συγκρίνεται με τα συνολικά δηλωθέντα Εισοδήματα.
Ειδικότερα η φορολογική αρχή
προκειμένου να εφαρμόσει την τεχνική του ύψους των τραπεζικών καταθέσεων και
των δαπανών σε μετρητά κατ’ αρχήν προσδιορίζει τις συνολικές τραπεζικές
καταθέσεις της ελεγχόμενης περιόδου. Στην συνέχεια προβαίνει σε αφαίρεση των
κατατεθέντων ποσών στους τραπεζικούς λογαριασμούς που αφορούν:
1.
Μη υποκείμενα σε
φορολογία έσοδα.
2.
Ποσά από εκταμίευση
δανείων.
3.
Συμψηφιστικές κινήσεις
μεταξύ λογαριασμών του φορολογουμένου, του/της συζύγου και των προστατευόμενων
μελών αυτών.
4.
Συναλλαγές, μεταφορές
και λοιπές πράξεις που δεν αποτελούν καθαρές καταθέσεις.
Μετά την αφαίρεση των ως άνω ποσών
στο προκύψαν υπόλοιπο των τραπεζικών καταθέσεων προστίθενται:
1.
Οι
δαπάνες πάσης
φύσεως (προσωπικές, οικογενειακές, επαγγελματικές) που έχουν εξοφληθεί με
μετρητά.
2.
Οι αγορές εμπορευμάτων,
πρώτων και βοηθητικών υλών και λοιπών αγαθών αναγκαίων στην άσκηση της
επαγγελματικής δραστηριότητας που έχουν εξοφληθεί με μετρητά.
3.
Οι αγορές περιουσιακών
στοιχείων προσωπικών/οικογενειακών, επαγγελματικών που έχουν εξοφληθεί με
μετρητά.
4.
Οι
Καταβληθέντες
φόροι, εισφορές και πρόστιμα κάθε μορφής που έχουν εξοφληθεί με μετρητά.
5.
Οι αποπληρωμές χρεών με μετρητά
6.
Η αύξηση ή η μείωση
διαθεσίμων μετρητών της ελεγχόμενης περιόδου. Η μείωση διαθεσίμων μετρητών
τίθεται με αρνητικό πρόσημο
7.
Οι λοιπές καταβολές σε
μετρητά
Το
νέο Υπόλοιπο των καθαρών Τραπεζικών καταθέσεων μειώνεται με τα μη υποκείμενα σε
φορολογία έσοδα που δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμούς και με την αύξηση των
προκαταβολών που εισπράχθηκαν έναντι εσόδων επομένων ετών, ενώ αυξάνεται με την
μείωση των προκαταβολών που εισπράχθηκαν έναντι εσόδων επομένων ετών και με την
αύξηση των εισπρακτέων λογαριασμών ή μειώνεται με την μείωση των εισπρακτέων
λογαριασμών.
Το
νέο Υπόλοιπο, όπως αναμορφώθηκε, αποτελεί το συνολικό εισόδημα προς
φορολόγηση που προκύπτει βάσει της εν λόγω τεχνικής. Το Εισόδημα αυτό συγκρίνεται
με το Ακαθάριστο Εισόδημα του ελεγχόμενου καθώς και με το σύνολο των λοιπών
εισοδημάτων του ελεγχόμενου και του/της συζύγου αυτού και η προκύπτουσα διαφορά ελέγχεται ως μη
δηλούμενο εισόδημα και εφόσον δεν αιτιολογείται υπόκειται σε φορολόγηση.
ΘΟΔΩΡΗΣ Δ. ΚΑΒΟΥΚΗΣ
Δικηγόρος –
Οικονομολόγος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου