Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Η Αντισυνταγματικότητα των ηλεκτρονικά εξοφλούμενων δαπανών

Μάντεις «φορολογικών νομοθετικών αρρυθμιών», για μια ακόμα φορά. Την 11/11/2019, δημοσιεύσαμε άρθρο με τίτλο «Ηλεκτρονικά εξοφλούμενες δαπάνες και κοινωνική αδικία». Με πολλές κοινοποιήσεις και σημαντικά σχόλια, θυμίζουμε μερικές παραγράφους από το άρθρο αυτό στους αναγνώστες μας.
«Ένα από τα νέα μέτρα που εισάγει το φορολογικό νομοσχέδιο, είναι φυσικά και αυτό της γενικευμένης πλέον χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής δαπανών των φορολογουμένων, έτσι που όχι μόνο να τύχουν της εύνοιας του αφορολογήτου, αλλά να μην τους επιβληθεί επιπλέον φόρος, ως ουσιαστικά πρόστιμο της μη κάλυψης της απαίτησης του νομοθέτη. ...
· Το μέτρο έως και το φετινό φορολογικό έτος ήταν επιβραβευτικό. Δηλαδή, αφορούσε μισθωτούς, συνταξιούχους και αγρότες του ειδικού καθεστώτος, οι οποίοι μπορούσαν να τύχουν αφορολογήτου, εφόσον πραγματοποιούσαν συγκεκριμένες καταναλωτικές δαπάνες μέσω τραπεζικού συστήματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση, επιβαλλόταν ο φορολογικός συντελεστής του πρώτου κλιμακίου των μισθωτών σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Φ.Ε., δηλαδή 22%.
· Το μέτρο δεν αφορούσε ελεύθερους επαγγελματίες και εισοδηματίες από ενοίκια. Για αυτούς, από το 2020, το μέτρο επιβάλλεται ως «τιμωρητικού» χαρακτήρα, δεδομένου ότι, σε περίπτωση μη κάλυψης του απαιτούμενου ποσοστού, το ακάλυπτο ποσό θα φορολογείται με συντελεστή 22%...
· Οι απαιτούμενες ηλεκτρονικά καταβαλλόμενες δαπάνες με συντελεστή 30% επί κάθε κλίμακος ατομικού εισοδήματος (flat rate), δημιουργεί εμφανείς κοινωνικές ανισότητες, αυξάνοντας τη μέση φορολογική επιβάρυνση υπέρμετρα για τους χαμηλοεισοδηματίες. ..Εμφανέστατα το προηγούμενο φορολογικό πλαίσιο των κλιμακούμενα αιτούμενων ηλεκτρονικών μέσων καταβολής δαπανών, ήταν δικαιότερο.
· Σε κάθε επιβολή φόρου υφίσταται κάποιο όριο, συνεπώς, επειδή το 30% αρχικά επιβλήθηκε ανεξέλεγκτα του ύψους του εισοδήματος, ορίστηκε ως όριο ηλεκτρονικής καταβολής των δαπανών αυτό των 20.000€. Σε δεύτερη ανάγνωση, το ποσοστό αυτό αναγόμενο σε εισόδημα, αντιστοιχεί σε 66.667€ ετησίως ή 5.555€ μηνιαίως. Στην Ελλάδα των ημιαπασχολούμενων εργαζομένων των 400 περίπου ευρώ τον μήνα, αν μη τι άλλο, το «εξωπραγματικό» για την συντριπτική πλειοψηφία των φορολογουμένων μηνιαίο εισόδημα των 5.555€, αποτελεί πρόκληση.
Δεν θεωρούμε πως η κεντρική προσέγγιση του θέματος από την Κυβέρνηση είναι λάθος, αλλά μέτρα τα οποία έχουν σοβαρό κοινωνικό αντίκτυπο, θα πρέπει να αναλύονται διεξοδικά πριν προταθούν προς εφαρμογή.».
Σήμερα, 5 Δεκεμβρίου του 2019, το επιστημονικό συμβούλιο της Βουλής, έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις για τις δαπάνες με "πλαστικό χρήμα" και την πρόσθετη φορολόγηση όσων δεν ξοδεύουν το 30% του εισοδήματος τους με ηλεκτρονικές πληρωμές. Εκτιμά ότι δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, ούτε συμβάλλουν αποτελεσματικά στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Επισημαίνει ιδιαίτερα ότι δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο φορολόγησης η "μη διενέργεια δαπάνης".
Το επιστημονικό συμβούλιο υπενθυμίζει ότι με βάση το Σύνταγμα (άρθρο 78), αντικείμενο του φόρου μπορεί να είναι μόνο το εισόδημα, η περιουσία ή οι δαπάνες και οι συναλλαγές του φορολογούμενου. Εν προκειμένω, όμως, «η επιβαλλόμενη φορολογική επιβάρυνση δεν φαίνεται να βρίσκεται σε αρμονία με τη συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, δεδομένου ότι δεν επιβάλλεται επί του εισοδήματος ή της δαπάνης ή της περιουσίας αλλά επί της μη διενέργειας δαπάνης η οποία δεν μπορεί κατά τα ανωτέρω να αποτελεί αντικείμενο φορολόγησης».
· Η επιβαλλόμενη επιβάρυνση δεν είναι συνταγματικώς ανεκτή ούτε υπό την εκδοχή ότι δεν συνιστά φόρο αλλά κύρωση εξεταζόμενη.
· Από την αιτιολογική έκθεση δεν προκύπτει ο λόγος αποδοκιμασίας του νομοθέτη προς φορολογούμενους οι οποίοι επιλέγουν να δαπανούν ετησίως λιγότερο από το 30% του εισοδήματός τους.
· Δεν προκύπτει επίσης ποιο δημόσιο συμφέρον υπηρετείται από την έμμεση επιβολή υποχρέωσης στους φορολογουμένους να δαπανούν τουλάχιστον 30% του εισοδήματός τους (και μέχρι 20.000 ευρώ) κατ΄ έτος.
Να θυμίσουμε πως σε νεότερο άρθρο μας, αναφερθήκαμε στις μακροοικονομικές επιπτώσεις τέτοιων αποφάσεων (συγκεκριμένα στη μείωση της δυνατότητας των επιχειρήσεων να εξοφλούν δαπάνες με χρηματικά μέσα από τα 500 στα 300 ευρώ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ύψος του εισοδήματος των φυσικών προσώπων, δεν συνάδει πάντοτε και με την δυνατότητα εξόφλησης δαπανών με χρηματικά μέσα ή μέσω τραπεζικής χρέωσης. Πιστεύουμε πως η όλη σκέψη του νομοθέτη σχετικά με την εξόφληση δαπανών τουλάχιστον 30% του εισοδήματος, θα προέρχεται σε κάθε περίπτωση, είτε από υφιστάμενες τραπεζικές καταθέσεις, είτε από προπληρωμένες τραπεζικές κάρτες, είτε από χρεωστικές τραπεζικές κάρτες.
Τι θα συμβεί όμως στην περίπτωση που οι φορολογούμενοι, μη έχοντας ταμειακή επάρκεια και για να μην επιβαρυνθούν με το «τιμωρητικό» 22%, προσφύγουν σε πραγματοποίηση δαπανών μέσω πιστωτικών καρτών; Όσον αφορά τους ίδιους θα επιβαρυνθούν με το υψηλό επιτόκιο των συγκεκριμένων καρτών, όσο δε αφορά την εθνική οικονομία, θα δημιουργηθεί μόχλευση χρήματος, με συνέπεια τα οικονομικά μέσα να αυξηθούν πολύ περισσότερο από το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της χώρας. Τι σημαίνει αυτό; Φυσικά πληθωρισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: