Δυσκολεύει από το 2020 το «χτίσιμο» του αφορολόγητου ορίου καθώς οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι αγρότες θα πρέπει να συγκεντρώνουν ηλεκτρονικές αποδείξεις ίσες με το 30% του εισοδήματός τους.
του Προκόπη Χατζηνικολάου
Η αύξηση των ζητούμενων αποδείξεων από το υπουργείο Οικονομικών γίνεται ως αντίμετρο για την κάλυψη των φοροελαφρύνσεων ύψους 1,2 δισ. ευρώ που προβλέπει το προσχέδιο του προϋπολογισμού. Συγκεκριμένα, το οικονομικό επιτελείο υπολογίζει έσοδα 640 εκατ. ευρώ από την ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Μάλιστα, το μέτρο έχει γίνει αποδεκτό από τους εταίρους με τη μόνη διαφορά ότι οι Ευρωπαίοι υποστηρίζουν ότι το ποσό που μπορεί να εισέλθει στον κρατικό κορβανά προσεγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ.
Από το νέο έτος, για να έχει κάποιος στο ακέραιο το αφορολόγητο όριο των 8.636 ευρώ θα πρέπει να πληρώνει ηλεκτρονικά συναλλαγές ίσες τουλάχιστον με το 30% του εισοδήματός του.

Το νέο καθεστώς

Σήμερα, για εισοδήματα έως 10.000 ευρώ απαιτείται ο φορολογούμενος να έχει κάνει ηλεκτρονικές συναλλαγές στο 10% του εισοδήματος, δηλαδή ως 1.000 ευρώ, για εισοδήματα 10.000-30.000 ευρώ το ποσοστό των ηλεκτρονικών πληρωμών φτάνει στο 15% και στα εισοδήματα που υπερβαίνουν τις 30.000 ευρώ, ο συντελεστής ανεβαίνει στο 20%.
Πλέον, από την 1η Ιανουαρίου θα ισχύσει συντελεστής 30% ανεξαρτήτως εισοδήματος.

Για παράδειγμα:

• Για εισόδημα 10.000 ευρώ: σήμερα απαιτούνται 1.000 ευρώ ηλεκτρονικών αποδείξεων, ενώ από τη νέα χρονιά θα απαιτούνται 3.000 ευρώ. Στην περίπτωση που κάποιος δεν συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό αποδείξεων θα έχει πέναλτι (περίπου 20%-22%) επί της διαφοράς. Στην περίπτωση δηλαδή που ο ανωτέρω φορολογούμενος συγκεντρώσει το 2020 αποδείξεις με τη χρήση καρτών ή e-banking ύψους 1.500 ευρώ θα πληρώσει πέναλτι επί της διαφοράς. Δηλαδή θα καταβάλει φόρο (1.500 Χ 20%) 300 ευρώ.
• Για εισόδημα 20.000 ευρώ: σήμερα απαιτούνται 2.500 ευρώ ηλεκτρονικών πληρωμών, ενώ το 2020 θα απαιτηθούν 6.000 ευρώ.
• Για εισόδημα 30.000 ευρώ: σήμερα απαιτούνται 4.000 ευρώ ηλεκτρονικών δαπανών, ενώ την επόμενη χρονιά θα χρειαστούν 9.000 ευρώ.
• Για εισόδημα 40.000 ευρώ: σήμερα απαιτούνται 6.000 ευρώ ηλεκτρονικών αποδείξεων, ενώ το 2020 θα απαιτηθούν 12.000 ευρώ.
Σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, για να εισπραχθούν 642 εκατ. ευρώ επιπλέον μέσω της αύξησης των ηλεκτρονικών συναλλαγών θα πρέπει οι συναλλαγές να αυξηθούν κατά 3,5-4 δισ. ευρώ. Και αυτό καθώς το 2020 το όφελος της κυβέρνησης θα προέλθει κυρίως από την αύξηση των εισπράξεων του ΦΠΑ.
Ωστόσο, κυβερνητικός αξιωματούχος σημειώνει ότι ο στόχος είναι ρεαλιστικός καθώς θα αναγκαστεί για παράδειγμα και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας να αυξήσει τις πραγματικές του δαπάνες. Δηλαδή, θα αυξηθεί το ποσοστό των καταναλωτών που θα ζητούν αποδείξεις. Από την άλλη πλευρά, ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας για να περιορίσει τη φορολογική επιβάρυνση, θα πρέπει να ζητάει περισσότερες αποδείξεις από τους προμηθευτές του. Η αλυσίδα αυτή θα οδηγήσει στην αύξηση των εσόδων μέσω των ηλεκτρονικών συναλλαγών.
Αυτό που επισημαίνουν άνθρωποι της αγοράς είναι ότι κάποια επαγγέλματα θα πρέπει να «ασπρίσουν» τμήμα των «μαύρων» που εισπράττουν σήμερα, διαφορετικά θα κληθούν να πληρώσουν υψηλότερους φόρους.
Από την ανάλυση των φορολογικών δεδομένων προκύπτει ότι η συντριπτική πλειονότητα των φορολογουμένων υπερκαλύπτει τα σημερινά όρια, καθώς μόνο οι αγορές από σούπερ μάρκετ και οι λογαριασμοί ΔΕΚΟ απορροφούν μεγάλο τμήμα των ετήσιων δαπανών από τα νοικοκυριά. Επιπλέον, τα στοιχεία από τις τράπεζες δείχνουν ότι είναι μεγάλα τα περιθώρια χρήσης του «πλαστικού χρήματος», ειδικά σε συναλλαγές μικρής αξίας ή σε συναλλαγές με ελεύθερους επαγγελματίες, όπου τα μετρητά κυριαρχούν.

«Μεγάλα περιθώρια»

Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ το επίπεδο χρήσης καρτών στην Ελλάδα παραμένει χαμηλό, ενώ υπάρχει περιθώριο για μεγαλύτερο δημοσιονομικό όφελος από την επέκταση της χρήσης. Με βάση διεθνείς πρακτικές, τα ετήσια έσοδα ΦΠΑ θα ήταν υψηλότερα κατά 21% (3,3 δισ. ευρώ) αν η Ελλάδα έφθανε το μέσο επίπεδο χρήσης καρτών της Ευρωπαϊκής Ενωσης και κατά 54% (8,5 δισ. ευρώ) αν η Ελλάδα έφθανε το επίπεδο χρήσης καρτών της Πορτογαλίας.
Σημειώνεται ότι το 2018 η μέση ηλεκτρονική δαπάνη ανά φορολογούμενο, μέσω της οποίας «χτίστηκε» το αφορολόγητο, διαμορφώθηκε σε περίπου 3.600 ευρώ, ενώ από την εκκαθάριση διαπιστώθηκε ότι αυτοί που δεν κατάφεραν να συλλέξουν τον απαιτούμενο αριθμό αποδείξεων πλήρωσαν πέναλτι 35,5 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για τους φορολογούμενους που δεν μπόρεσαν ή αμέλησαν να καλύψουν το όριο ηλεκτρονικών αποδείξεων, για να κατοχυρώσουν το αφορολόγητό τους.
πηγή: Έντυπη Καθημερινή