Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Άρειος Πάγος 1182/2017 Τι συμπεριλαμβάνεται στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα εορτών

Άρειος Πάγος 1182/2017
Τι συμπεριλαμβάνεται στις αποδοχές αδείας και στα επιδόματα εορτών

ΑΠ 1182 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
 
Περίληψη
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, κατά την διάρκεια της αδείας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν, για την περίπτωση αυτή, καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λ.π.).
Περαιτέρω κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ’ αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α 742), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κ.λ.π.), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β της ως άνω διάταξης στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά
α) οι προσαυξήσεις της νομίμου και τακτικώς παρεχομένης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα,
β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά,
γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ αυτής στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επανάληψης από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.
Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945 με τις διατάξεις της παρ. 16 του άρθρου 3 του ν. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1975), της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1082/1980 και 3 της ΥΑ 19040/1981, προκύπτει, ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ. β και γ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου.
Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στις αποδοχές αδείας το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Οι πρόσθετες, όμως, παροχές που δίνονται στον εργαζόμενο όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του αλλά για άλλους λόγους, όπως για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή για την αποκατάσταση δαπανών που έγιναν από το μισθωτό χάριν της εργασίας του, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού και, επομένως, δεν υπολογίζοντα, για τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών ή των αποδοχών αδείας, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο σε κανονιστική διάταξη ή στην ατομική σύμβαση εργασίας. 
Μεταξύ των παροχών που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού είναι και τα έξοδα (οδοιπορικά, διανυκτέρευση κλπ.), ως και η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, διότι αυτή παρέχεται στον μισθωτό για την αντιμετώπιση κυρίως των αυξημένων δαπανών στις οποίες ο τελευταίος συνήθως υποβάλλεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με την παροχή εργασίας εκτός έδρας (ΟλΑΠ 22/1989), εκτός αν η παροχή αυτή έχει συμφωνηθεί ότι θα καταβάλλεται, και καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εργασίας εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015, ΑΠ 941/2014, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 1165/1999). Τούτο άλλωστε συνάγεται και από το ότι στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 της ως άνω υπ’ αριθ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η αποζημίωση για εκτός έδρας παρεχομένη εργασία που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα δεν περιλαμβάνεται στις από τη διάταξη αυτή ενδεικτικά προσδιοριζόμενες τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε.(Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1975), με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε., που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία.
Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π., αποφάσεις της Διοικήσεως και Ε.Σ.Σ.Ε. που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (Ολ. ΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ` αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας.
Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (ΑΠ 183/2016, ΑΠ 522/2015, ΑΠ 1334/2014, ΑΠ 378/2012). Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις καταβολής της πρόσθετης παροχής ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, συνυπολογίζονται μεν και τυχόν άλλες πρόσθετες παροχές στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας, όχι όμως και εκείνες που παρέχονται προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή προς αποκατάσταση δαπανών του μισθωτού χάριν της εργασίας του, όπως είναι η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ότι η παροχή αυτή θα καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015).
 
Αριθμός 1182/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 98/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
 
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
 
Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του ............., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...................., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της .............., με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
 
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1160/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
 
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/5/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, κατά την διάρκεια της αδείας ανάπαυσης ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα δικαιούνταν, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν, για την περίπτωση αυτή, καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κ.λ.π.).
Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι ρυθμίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες, υπέρ όλων των εργαζομένων, εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π. και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων, για τον εργαζόμενο, διατάξεων άλλων πηγών, κατ` επιταγή της αρχής της εύνοιας των μισθωτών, η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 5/2011), υπό το πρίσμα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο μισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης των καθορισμένων, για την περίπτωση αυτή, με συλλογική σύμβαση, αποδοχών.
Περαιτέρω κατά τη ρητή περί τούτου διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 της υπ’ αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α 742), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Ν. 1082/1980, ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής θεωρούνται ο μισθός και το ημερομίσθιο, καθώς και κάθε άλλη παροχή (είτε σε χρήμα, είτε σε είδος, όπως τροφή, κατοικία κ.λ.π.), εφόσον καταβάλλεται από τον εργοδότη σαν συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα της παρεχομένης από τον μισθωτό εργασίας κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα του χρόνου, κατά δε το εδάφιο β της ως άνω διάταξης στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνονται ενδεικτικά
α) οι προσαυξήσεις της νομίμου και τακτικώς παρεχομένης εργασίας κατά τις Κυριακές ή αργίες και τις νυκτερινές ώρες, εφόσον δίνονται στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα σαν αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας κατά τις ανωτέρω ημέρες και ώρες τακτικά κάθε μήνα ή κατ’ επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα διαστήματα,
β) η αμοιβή που καταβάλλεται από τον εργοδότη στο μισθωτό για τη νόμιμη υπερωριακή εργασία, εφόσον η εργασία αυτή, χωρίς να απαγορεύεται από το νόμο, παρέχεται τακτικά,
γ) το επίδομα αδείας, ενώ κατά το εδάφιο γ αυτής στις ως άνω τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται και η συμπληρωματική αμοιβή για υπερεργασία και μάλιστα όχι μόνο η συνεχής, αλλά και εκείνη η οποία εμφανίζει ορισμένη συχνότητα επανάληψης από τη φύση της σύμφωνα με το πρόγραμμα του εργοδότη.
Από τον συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 και 3 του ΑΝ 539/1945 με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδομα αδείας) και εκείνες των άρθρων 648, 653, 666, 679 του Α.Κ., της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955, με αριθμό 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1975), 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και 3 της ΥΑ 19040/1981, προκύπτει, ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες με τις "τακτικές αποδοχές" της παρ. 2 εδ. β και γ του άρθρου 3 της ΥΑ 19040/1981, με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, νοούνται ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, με την προϋπόθεση, ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΟλΑΠ 16/2011).
Δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στις αποδοχές αδείας το επίδομα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Οι πρόσθετες, όμως, παροχές που δίνονται στον εργαζόμενο όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του αλλά για άλλους λόγους, όπως για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή για την αποκατάσταση δαπανών που έγιναν από το μισθωτό χάριν της εργασίας του, δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού και, επομένως, δεν υπολογίζοντα, για τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών ή των αποδοχών αδείας, εκτός αν ορίζεται το αντίθετο σε κανονιστική διάταξη ή στην ατομική σύμβαση εργασίας. Μεταξύ των παροχών που δεν έχουν τον χαρακτήρα μισθού είναι και τα έξοδα (οδοιπορικά, διανυκτέρευση κλπ.), ως και η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, διότι αυτή παρέχεται στον μισθωτό για την αντιμετώπιση κυρίως των αυξημένων δαπανών στις οποίες ο τελευταίος συνήθως υποβάλλεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με την παροχή εργασίας εκτός έδρας (ΟλΑΠ 22/1989), εκτός αν η παροχή αυτή έχει συμφωνηθεί ότι θα καταβάλλεται, και καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εργασίας εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015, ΑΠ 941/2014, ΑΠ 32/2013, ΑΠ 1165/1999). Τούτο άλλωστε συνάγεται και από το ότι στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 της ως άνω υπ’ αριθ. 19040/1981 Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, η αποζημίωση για εκτός έδρας παρεχομένη εργασία που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα δεν περιλαμβάνεται στις από τη διάταξη αυτή ενδεικτικά προσδιοριζόμενες τακτικές αποδοχές για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα.
Περαιτέρω, με την από 14.3.1985 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 5 παρ. 1α, 1β, 1γ και 2, που προστέθηκε με την από 10.5.1985 όμοια Ε.Σ.Σ.Ε.) που έχει υπογραφεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ".........." και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σε αυτήν, ορίσθηκε αρχικά ο τρόπος υπολογισμού των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας με βάση τις διαμορφούμενες από το μισθολόγιο στις 10 Δεκεμβρίου, 15 ημέρες πριν το Πάσχα και κατά το μήνα λήψης της ετήσιας άδειας αντίστοιχα αποδοχές του εργαζομένου, προσαυξημένες κατά τα αναφερόμενα στις πιο πάνω διατάξεις ποσοστά επί των αμοιβών για νυκτερινή απασχόληση, εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιμες ημέρες και για υπερωριακή απασχόληση μέχρις ενός ανωτάτου αριθμού ωρών υπερωρίας που έλαβε ο εργαζόμενος για τα χρονικά διαστήματα από 1 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου (για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων), 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου (για το επίδομα εορτών Πάσχα) και κατά τη διάρκεια του έτους (για το επίδομα αδείας), πλέον ενός ποσοστού [1/12 και 1/24 αντίστοιχα] του επιδόματος αδείας (χωρίς τις προσαυξήσεις) για τον προσδιορισμό του ύψους των επιδομάτων εορτών. Με την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε ρητά ότι για την εύρεση των αποδοχών αδείας δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή. Ακολούθως, με την από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε., που θέσπισε το νέο μισθολόγιο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε., τέθηκε σε ισχύ και ο νέος Γ.Κ.Π. - ΟΤ.Ε., στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Επιδόματα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε., α) ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός μηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με το, δυνάμει των εκάστοτε διατάξεων, τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα". Επίδομα κανονικής άδειας. "Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδομα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε.". Επίσης, με το άρθρο 13Β, του ίδιου ως άνω νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίσθηκε, σχετικά με την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ότι το προσωπικό, μετά την συμπλήρωση στον Οργανισμό ενός έτους συνεχούς πραγματικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια με αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας (Διεθνείς Συμβάσεις, Νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Ε.Σ.Σ.Ε. κ.λ.π.) και αποφάσεις Δ.Σ. - Ο.Τ.Ε. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1.1.1985 που άρχισε να ισχύει η από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε. τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας υπολογίζονταν σύμφωνα με τον καθοριζόμενο στην εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. τρόπο υπολογισμού, δηλαδή με βάση το μηνιαίο μισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόμενους χρόνους. Όμως ο τρόπος αυτός υπολογισμού τροποποιήθηκε με το νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που τέθηκε σε ισχύ με την από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε., αφού ρητά σ` αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται με απόφαση του Δ.Σ. "επίδομα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές με τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι Ε.Σ.Σ.Ε". Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε.(Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1985) υπήρχε ρητή διάταξη σύμφωνα με την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή, στο νέο Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ....... δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".
Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραπομπής για τον προσδιορισμό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών αδείας ρυθμίζεται διαφορετικά σε σχέση με την από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε.(Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 1975), με αποτέλεσμα την σιωπηρή κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14.3.1985 Ε.Σ.Σ.Ε., που όριζε και μάλιστα αντίθετα προς αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαμβάνονται αμοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ημερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε. ορίζεται ρητά, ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Γ.Κ.Π., αποφάσεις της Διοικήσεως και Ε.Σ.Σ.Ε. που υπογράφηκαν μέχρι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του παρόντος Κανονισμού και έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. Επομένως, στις αποδοχές αδείας των μισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήμα ή σε είδος με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και μονίμως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις Κυριακές ή αργίες (Ολ. Α.Π. 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ` αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας.
Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, υπό τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και δεκατριών ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο (Α.Π. 183/2016, ΑΠ 522/2015, ΑΠ 1334/2014, ΑΠ 378/2012). Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις καταβολής της πρόσθετης παροχής ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, συνυπολογίζονται μεν και τυχόν άλλες πρόσθετες παροχές στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας, όχι όμως και εκείνες που παρέχονται προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης ή προς διευκόλυνση εκτέλεσης της εργασίας ή προς αποκατάσταση δαπανών του μισθωτού χάριν της εργασίας του, όπως είναι η αποζημίωση που καταβάλλεται στον εργαζόμενο για απασχόλησή του εκτός της έδρας παροχής της εργασίας του, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ότι η παροχή αυτή θα καταβάλλεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εκτός έδρας (ΑΠ 274/2015).
Εξάλλου με τον όρο 23 της από 25.6.2001 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." και της συνδικαλιστικής οργανώσεως των εργαζομένων σε αυτήν, τροποποιήθηκε από 1.7.2001 η παρ. 5 του κεφαλαίου Β του άρθρου 9 του ΓΚΠ - ΟΤΕ και ορίσθηκε ότι: "Σε κάθε περίπτωση απόσπασης ή μετακίνησης του προσωπικού για υπηρεσιακές ανάγκες ή άλλους λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2, καταβάλλονται στον μετακινούμενο με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, τα οδοιπορικά έξοδα και για, κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, αποζημίωση ίση με τα 250/100 του εκάστοτε καθοριζόμενου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη προς αντιμετώπιση δαπανών τροφής κλπ, καθώς και οι πραγματικές δαπάνες διαμονής".
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Κανόνα όμως ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεν αποτελούν οι εγκύκλιοι (ΑΠ 113/2017, ΑΠ 410/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί εφέσεως του τότε εκκαλούντος - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ΟΤΕ ΑΕ με αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας αυτού, λόγω μη συνυπολογισμού στις ανωτέρω αποδοχές του μέσου ετήσιου όρου της ληφθείσας από αυτόν αμοιβής και για εργασία εκτός έδρας (πέραν της επιδικασθείσας πρωτοδίκως προσαύξησης για υπερωριακή απασχόληση και εργασίας κατά τη διάρκεια Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών), με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι στο πλαίσιο εφαρμογής του ως άνω άρθρου 9 κεφ. Β παρ. 5 του ΓΚΠ - ΟΤΕ, μετά τη τροποποίησή του με τον όρο 23 της από 25.6.2001 ΕΣΣΕ, εκδόθηκαν οι υπ’ αριθ. .../2.7.2001 και .../ 13.9.2001 εγκύκλιες επιστολές του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου, με τις οποίες καθορίσθηκε ο τρόπος αποζημίωσης του μετακινούμενου προσωπικού για εκτέλεση υπηρεσίας. Ότι σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ανωτέρω εγκύκλιες επιστολές, κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στην απόφαση που είχε λάβει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΤΕ στην ...16.12.1986 (Θ. 19) συνεδρίαση του, ως το τότε αρμόδιο όργανο για τις παροχές του προσωπικού, με την οποία καθορίσθηκαν το πρώτον οι όροι, οι προϋποθέσεις και ο τρόπος αποζημίωσης του προσωπικού που μετακινείται εκτός έδρας. Ότι σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση είχε ρητώς ορισθεί ότι "η αποζημίωση διημέρευσης χορηγείται για τη κάλυψη πραγματικών εξόδων και δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό οποιασδήποτε αμοιβής, επιδόματος, προσαύξησης ή άλλης αποζημίωσης". Ότι τα ανωτέρω επαναλήφθηκαν και στην υπ’ αριθ. .../28.6.1993 Βασική Εγκύκλιο (Κεφ. Γ παρ. 1 εδ. στ), η οποία κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τα μέχρι τότε ισχύοντα για τη μετακίνηση του προσωπικού. Ότι σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με βάση την υπ’ αριθ. .../28.6.1993 Βασική Εγκύκλιο και την υπ’ αριθ. .../2.7.2001 εγκύκλιο επιστολή του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου, η εναγομένη καταβάλλει στο προσωπικό της α) αποζημιώσεις για εκτός έδρας διανυκτερεύσεις και β) αποζημιώσεις για εργασία σε τόπους που απέχουν από 21 μέχρι 60 χιλιόμετρα από την έδρα του εργαζομένου, όπου η μετάβαση και επιστροφή πραγματοποιείται αυθημερόν. Ότι το ύψος της αποζημίωσης αυτής [ενν. της υπό στοιχείο β] εξαρτάται α) από την απόσταση που απέχει ο τόπος εργασίας από την έδρα του εργαζομένου, β) από το αν η μετακίνηση γίνεται εντός ή εκτός νομίμου ωραρίου και γ) από το εάν το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο είναι της εναγομένης ή του εργαζομένου, αυτή δε (αποζημίωση) προσδιορίζεται σε ποσοστό του κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (κ.η.α.ε.) και ειδικότερα, όταν η μετακίνηση (μετάβαση - επιστροφή) γίνεται εκτός ημερησίου ωραρίου από 21 χιλιόμ. έως 30 χιλιόμ. η αποζημίωση ισούται με το 75% του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (κ.η.α.ε.), από 31 χιλιόμ. έως 40 χιλιόμ. η αποζημίωση ισούται με το 100% του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (κ.η.α.ε.), από 41 χιλιόμ. έως 50 χιλιόμ. η αποζημίωση ισούται με το 130% του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (κ.η.α.ε.) και από 51 χιλιόμ. έως 60 χιλιόμ. η αποζημίωση ισούται με το 190% του εκάστοτε κατωτάτου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (κ.η.α.ε.). Ότι από τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις της υπ’ αριθ. .../28.6.1993 Βασικής Εγκυκλίου και της υπ’ αριθ. .../2.7.2001 εγκυκλίου επιστολής του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου σε συνδυασμό με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 του ΓΚΠ - ΟΤΕ προκύπτει ότι τα ποσά που καταβάλλονταν στον ενάγοντα για εκτός έδρας εργασία δίδονταν όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας του, ούτε ως επίδομα τακτικά καταβαλλόμενο, αλλά για άλλους λόγους και συγκεκριμένα ως αποζημίωση για την απασχόλησή του εκτός της έδρας του τόπου εργασίας του και για τη κάλυψη πραγματικών εξόδων, η δε καταβολή τούτων ουδόλως είχε συμφωνηθεί να γίνεται τακτικά και ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση και τον αριθμό των ημερών εργασίας εκτός έδρας. Ότι αντιθέτως με βάση τις ρυθμίσεις αυτές του ΓΚΠ - ΟΤΕ και των πιο πάνω εγκυκλίων η καταβολή τούτων είχε συμφωνηθεί να εξαρτάται από τη πραγματοποίησή τους ή μη, το δε ύψος αυτών (αποζημιώσεων για εκτός έδρας διημερεύσεις) εξαρτάτο με βάση τις εν λόγω ρυθμίσεις από τον αριθμό αυτών, από την απόσταση που απείχε ο τόπος εργασίας από την έδρα του εργαζομένου, από το εάν η μετακίνησή του γινόταν εντός ή εκτός ωραρίου και από το εάν το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο ήταν της εναγομένης ή του εργαζομένου. Ότι συνακόλουθα οι καταβληθείσες στον ενάγοντα κατά τα έτη 2004 έως και 2008 αποζημιώσεις για εκτός έδρας εργασία δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να δίδονται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας του ενάγοντος ως υπαλλήλου της εναγομένης και επομένως δεν είναι δυνατόν νομίμως να συνυπολογισθούν στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας του ενάγοντος, όπως αυτός μη νομίμως αιτείται με την αγωγή του. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την περί τούτου έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε ομοίως και για τους ίδιους λόγους απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος με το οποίο διώκετο ο συνυπολογισμός του μέσου ετήσιου όρου της ληφθείσας αμοιβής του ενάγοντος για εκτός έδρας παρασχεθείσα από αυτόν εργασία (διημερεύσεις) κατά την περίοδο από τις αρχές του έτους 2004 έως τα τέλη του έτους 2008 για την εύρεση της οφειλομένης προσαύξησης στα επιδόματα εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας αυτού και η στη συνέχεια επιδίκαση των ούτω προκυπτουσών διαφορών.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του εργατικού δικαίου σχετικά με την έννοια των συνήθων και τακτικών αποδοχών για τον υπολογισμό των αποδοχών και επιδόματος αδείας, καθώς και των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η ληφθείσα αμοιβή για εκτός έδρας παροχή της εργασίας του αναιρεσείοντος, αφού με την προσβαλλομένη απόφαση ρητά δέχθηκε ειδικότερα αφενός μεν ότι η αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία του αναιρεσείοντος καταβαλλόταν όχι σταθερά και ανελλιπώς κάθε μήνα, αλλά για την σε συγκεκριμένες ημέρες παροχή τέτοιας εργασίας, χωρίς παράλληλα να υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου δε ότι αυτή δίδονταν ως αποζημίωση και για τη κάλυψη πραγματικών εξόδων, κρίση που συνάγεται και από το ότι με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το ύψος αυτής ήταν διαφορετικό και εξαρτάτο από την απόσταση που απείχε ο τόπος εργασίας από την έδρα του εργαζομένου, από το εάν η μετακίνησή του γινόταν εντός ή εκτός ωραρίου και (ιδίως) από το εάν το χρησιμοποιούμενο μεταφορικό μέσο ήταν της εναγομένης ή του εργαζομένου, ήτοι από προϋποθέσεις που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας επάγονται διαφοροποίηση των τυχόν δαπανών του μετακινουμένου υπαλλήλου, παρόλο που το είδος της παρεχομένης εργασίας σε όλες τις άνω περιπτώσεις παραμένει το ίδιο. Επομένως, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό προσάπτεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των ρυθμίσεων της με αριθμό .../2.7.2001 εγκυκλίου - επιστολής του Διευθύνοντα Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, με την οποία κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος καταργήθηκε η προηγουμένη με αριθμό .../1993 Βασική Εγκύκλιος που ρύθμιζε προηγουμένως τις αποζημιώσεις για εκτός έδρας διημερεύσεις, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η παραβίαση ρυθμίσεων εγκυκλίου δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
 
Απορρίπτει την από 13.5.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 116/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
 
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
 
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2017.
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
 
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

https://www.taxheaven.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: